Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Υπάρχουν βιβλία για το καλοκαίρι;




Διαβάζουμε συχνά προτάσεις για καλοκαιρινά διαβάσματα, διαβάσματα για τις διακοπές, για την παραλία, για το βουνό... Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν τέτοιες διακρίσεις. Άλλοι, παίρνουν μαζί τους “εύκολα” βιβλία λογοτεχνίας, ενώ άλλοι αφήνουν για τις διακοπές τα πιο ... δύσκολα και τα πιο ... μεγάλα.

Είναι αυτοί που λένε ότι δεν μπορείς να διαβάζεις στην παραλία τους διανοούμενους του Γκράμσι, αλλά και αυτοί που κατεβάζουν όλη τη μαρξιστική και λοιπή θεωρητική βιβλιογραφία για να επιλέξουν καλοκαιρινά αναγνώσματα.

Τι να πώ; Και τελικά, έχει νόημα αυτό το κατεβατό με προτάσεις ανάγνωσης να έχει τον τίτλο “Βιβλία για το καλοκαίρι”;

Δεν ξέρω, ίσως αυτό να εξυπηρετεί εκδοτικές ανάγκες, ίσως όμως τελικά να είναι περισσότερο χρήσιμο απ' όσο φαντάζομαι. Εγώ τις διαβάζω αυτές τις βιβλιοπροτάσεις, όλο και κάτι αλιεύω.

Και μια και ο λόγος για προτάσεις, να τι γράφει ο Έρμαν Έσσε στο μικρό βιβλιαράκι “Μια βιβλιοθήκη στο σπίτι σας. Οδηγός στην παγκόσμια λογοτεχνία” (εκδ. Γλάρος 1988, μετάφραση Μαρία Λουίζα Κωνσταντινίδη):

Δεν πρέπει να νοιαζόμαστε τόσο για το αν διαβάσαμε όσο γίνεται περισσότερα και αν μάθαμε πολλά, αλλά να επιμείνουμε σε μιαν ελεύθερη, προσωπική επιλογή έργων τέχνης, στα οποία ν' αφιερώνουμε τις ελεύθερες ώρες μας, να πάρουμε μιαν ιδέα για το εύρος και την πληρότητα της ανθρώπινης σκέψης ... να μπορούμε να συμμεριζόμαστε ενεργά και ταυτόχρονα τη ζωή και τον παλμό της ανθρωπότητας... Αυτή την έννοια έχει σε τελευταία ανάλυση η ζωή, όσο δεν υπηρετεί τη στυγνή ανάγκη της επιβίωσης.

Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε, λέει, αν κάτι δεν έχουμε διαβάσει. Είναι σημαντικό για τον αναγνώστη “να γνωρίζει οπωσδήποτε τον εαυτό του, κι έτσι μ' αυτό τον τρόπο και τα έργα που επιδρούν πάνω του ιδιαίτερα, και να μην ακολουθεί ένα οποιοδήποτε σχήμα ή πρόγραμμα μόρφωσης”.

Και να τι λέει που νομίζω βοηθά και όσους επιμένουμε να διατηρούμε μεγάλες προσωπικές βιβλιοθήκες:

Το να διαβάζουμε βιβλία, αλλά και να τ' αγοράζουμε, είναι μια αξίωση επιβεβλημένα νουθετημένη. Και σαν παλιός βιβλιόφιλος και κάτοχος μιας αρκετά μεγάλης βιβλιοθήκης, μπορώ να βεβαιώσω από πείρα, ότι η αγορά βιβλίων δεν αποβλέπει μονάχα στο να τρέφει τους βιβλιοπώλες και τους συγγραφείς, αλλά ότι η κατοχή βιβλίων έχει τις δικές της χαρές και τη δική της ηθική.



Κι έτσι, απενοχοποιημένα που δεν έχω διαβάσει κάποια “πρέπει” (...”must”), ένιωσα (αναγνωστική) ευχαρίστηση διαβάζοντας τελευταία 
  • “Πούναι τα φτερά;” της Μάρως Δούκα (Κέδρος, 1982), 
  • “Η αδερφή μου” του Σταύρου Ζουμπουλάκη (Πόλις, 2012), 
  • “Ιστορίες του Χαλ” του Γιώργου Μητά (Κίχλη, 2012), 
  • “Οι Μέλισσες και η Σφήκα” του Φρανσουά Μασπερό (εκδ. Σοκόλη, 2005), 
  • “Η μεγάλη Ιδέα. Μεταμορφώσεις ενός εθνικού ιδεολογήματος” του Βασίλη Κρεμμυδά (Τυπωθήτω, 2010) ακολουθούμενο από το εξαιρετικά ενδιαφέρον 
  • “Η Ελλάδα του Όθωνος. Η “σύγχρονη Ελλάδα” 1854” του Γάλλου αρχαιολόγου Edmond About που έζησε στην Ελλάδα τη διετία 1852-1853 (εκδόσεις Αφοί Τολίδη με προσεγμένη επιμέλεια και σχολιασμό του Τάσου Βουρνά). 
  • Τώρα διαβάζω το “Γαϊτανάκι του Έρωτα” του Σέρχιο Πιτόλ (Καστανιώτης, 2004, μετάφραση Κώστα Αθανασίου).

Κι έχω στη σειρά το "Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;" του Αντώνη Λιάκου (Πόλις, 2007) τα “Διανοούμενοι” του Γκράμσι (Στοχαστής, 1972) και “Ξαναδιαβάζοντας τον Γκράμσι” του Λουκά Αξελού (Στοχαστής, 2013) αφού έχω ήδη διαβάσει από καιρό το “Από την κρίση στην επανάσταση. Πόλεμος θέσεων” του Γιώργου Ρούσση (Γκοβόστης, 2012) με πολλές επίσης αναφορές στον Γκράμσι (ξαναγυρνάμε σε αναγνώσεις και θέματα της νιότης μας). 

Αλλά, έχω να (ξανα)διαβάσω επίσης την πραγματεία του Μανώλη Γλέζου για το νερό “Ύδωρ, Αύρα, Νερό” (Καστανιώτης, 2001), “ένα γλωσσολογικό ταξίδι μέσα στους δρόμους του νερού”.

Τελικά, δεν απέφυγα κι εγώ κάποιες ... προτάσεις. Πάντως, σίγουρα δεν έχουν την ετικέτα “καλοκαιρινά αναγνώσματα”.

Καλή μας ανάγνωση!


Σημ. Τα βιβλία που παρουσιάζω εδώ τις εικόνες των εξωφύλλων τους τα είχα δανειστεί από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής, παράρτημα Κοντόπευκου. 

Σαν υστερόγραφο: Πριν από 70 χρόνια

Κι επειδή στα διαβάσματά μου υπάρχει πολλή ιστορία κι επειδή σε περιόδους κρίσης, λένε, έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε το παρελθόν για να σχεδιάζουμε το μέλλον, κι επειδή σήμερα, 22 Ιουλίου, έρχεται πάντα στη μνήμη μου η αγαπημένη Άννα Σολωμού, νά τι έγραφε στο βιβλίο της για εκείνη την αποφράδα ημέρα του 1943, όταν έχασε και τον αδερφό της το Θανάση Τεριακή, φοιτητή του ΕΜΠ (http://katerinatoraki.blogspot.gr/2013/02/blog-post_5068.html):

Είχα 3 αδέρφια. Ο ένας μου αδελφός ήταν φοιτητής του Πολυτεχνείου: "Θανάσης Τεριακής". Το όνομά του είναι γραμμένο στη στήλη του Πολυτεχνείου. Πήρε μέρος στη διαδήλωση ενάντια στην κάθοδο των Βουλγαρικών δυνάμεων και σκοτώθηκε από τους Γερμανούς. [22 Ιουλίου 1943] Ήταν 21 χρονών. Στη διαδήλωση είχα πάρει μέρος κι εγώ ανεξάρτητα από τον αδελφό μου. Είχα κατέβει με τα πόδια από το Παγκράτι μέσα από τον Εθνικό Κήπο. Κρατούσα μια τσάντα γεμάτη προκηρύξεις που γράψαμε οι μαθήτριες της Σχολής Καλπάκα. Την πέταξα την τελευταία στιγμή όπως με συμβούλεψε ένας μεγαλύτερός μου όταν μας στρίμωξαν οι Γερμανοί. Οι άλλες συμμαθήτριές μου δεν ήλθαν γιατί μάλλον δεν τους άφησαν οι γονείς τους. Εγώ μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που οι γονείς μου δεν με ελέγχανε πάρα πολύ. Πάντα ήμουν ανεξάρτητη και πεισματάρα. Όταν έφτασα στην Πανεπιστημίου από το Σύνταγμα, είδα το πλήθος που ανέβαινε γοργά. Ήμουν παιδί και έμεινε τυπωμένη η διαδήλωση στη μνήμη μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το πλήθος. Ανακατεύθηκα με τους διαδηλωτές. Φώναζαν. Ρωτάω κάποιον. Τι να φωνάξω; Μου απαντά: "Ζήτω η Λευτεριά". Οι Γερμανοί μας επιτέθηκαν. Σκοτώθηκαν πολλοί νέοι: Ο αδελφός μου, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, φοιτητής του Πολυτεχνείου, η Κούλα Λίλη που σκαρφάλωσε στο τανκς, η Παναγιώτα Σταθοπούλου και άλλοι...Οι Γερμανοί που πρέπει να ήταν SS μας πήγαν κομμαντατούρ και από κει μας οδήγησαν στις φυλακές Εμπειρίκου. Οι γονείς μου με αναζητούσαν σαν τρελοί...

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Ιστορίες του Χαλ, του Γιώργου Μητά

Στην ανατολική ακτή, στο ύψος του Γιόρκσαϊρ, η Βόρεια Θάλασσα εισχωρεί για σαράντα περίπου χιλιόμετρα μέσα στη γη, δημιουργώντας μια μεγάλη υδάτινη έκταση με υφάλμυρα νερά και ισχυρές παλίρροιες, το δέλτα του Χάμπερ. Στις όχθες του είναι χτισμένο το λιμάνι του Χαλ· στο ίδιο σημείο, χωρίζοντας την πόλη στα δύο, εκβάλλουν τα νερά του ομώνυμου ποταμού...Έτσι περιγράφει ο συγγραφέας τα παράλια της πόλης. Η φωτογραφία από το παλιό λιμάνι είναι δική του.



Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη η ανάγνωση των Ιστοριών του Χάλ του Γιώργου Μητά (Κίχλη, 2012). Βιολόγος από τη Λιβαδιά, βρέθηκε στο Χάλ για μεταπτυχιακές σπουδές. Και βρέθηκε να παρατηρεί την αγγλική πόλη (Κίνγκστον απόν Χάλ) στα ανατολικά παράλια του Γιορκσάιρ, να περιδιαβαίνει τους δρόμους της, να γνωρίζει τα στέκια της, να πηγαίνει σινεμά στην Κινηματογραφική Λέσχη της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, να καμαρώνει το λιμάνι και το ποτάμι της, να τριγυρνά στο Πανεπιστήμιο. Παρατηρεί και συναντιέται με ανθρώπους της πόλης. Παρατηρεί και περιγράφει το κλίμα, το περιβάλλον, το ιδιαίτερο τοπίο της αγγλικής πόλης. Όμορφη χωρίς περιττά φτιασίδια γλώσσα, ειλικρινής περιγραφή ανθρώπων, τόπων και πραγμάτων (αληθινή, και με δόσεις νοσταλγίας, για όσους έχουμε γνωρίσει αντίστοιχες εικόνες), ευαίσθητη και ανθρώπινη προσέγγιση μοναχικών ψυχών, λες και ταυτίζονται με το μουντό τοπίο της αγγλικής περιφέρειας.


Οι δρόμοι του Χάλ το βράδυ είναι έρημοι και παγωμένοι. Τον ξένο που θα βγει να περπατήσει στην Cottingham Road μετά τη δύση του ηλίου τον συντροφεύουν η ομίχλη, το τσουχτερό κρύο και τα σιωπηλά αιωνόβια δέντρα, που υψώνουν τα μπλεγμένα κλαδιά τους στον σκοτεινό ουρανό...

Τρία διηγήματα, τρεις μικρές νουβέλες, με τις ιστορίες τριών μοναχικών ανθρώπων και ακόμα τριών άλλων που τελικά “έχουν την ίδια ανάγκη για συντροφιά” μ' εκείνους.

Η ηλικιωμένη κυρία Ρότζερς, ταξιθέτρια στην Κινηματογραφική Λέσχη της Κεντρικής Βιβλιοθήκης που την επισκέπτεται ο νεαρός Βέλγος κινηματογραφιστής (όπως εκείνη νόμιζε) ή πιο σωστά ο νεαρός Ισπανός που ήρθε “σ' αυτή τη βορινή γωνιά της Ευρώπης να μελετήσει το παρελθόν” (σε επόμενη ιστορία τον ξαναβρίσκουμε ως Λουίς, κάνει μεταπτυχιακό στην παλαιοντολογία). Μια απρόσμενη ζεστασιά απλώθηκε στους γερασμένους τοίχους.

Δεν ήξερε τι ώρα ήταν. Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσε κρατώντας το τρίτο ποτήρι κονιάκ, θυμήθηκε το κέικ πορτοκάλι. Δεν θα αποτολμούσε να σηκωθεί τώρα, ούτε βέβαια να σερβίρειμπορούσαν να κάνουν και χωρίς αυτό. Εν τω μεταξύ η συζήτηση είχε ανάψει, ο νεαρός Ισπανός τη διέκοπτε, έπαιρνε τον λόγο, για να τον ξαναπάρει μετά από λίγο πάλι εκείνη· αστειεύτηκαν, γέλασαν, ύψωσαν τον τόνο, ξανάπιασαν την κουβέντα από εκεί που την είχαν αφήσει.

Ο δεκαεννιάχρονος Ντόναλντ, ο τυφλός φοιτητής από το Εδιμβούργο με την Τζόυ, το σκύλο-οδηγό και η συνάντηση με τον αφηγητή.

Άρχισα να τρώω και συγχρόνως να μιλάω. Του μίλησα για τη δυσκολία να έρχεσαι από την Ελλάδα στο βόρειο Γιορκσάιρ και να βρίσκεσαι μόνος, χωρίς γλώσσα, χωρίς να γνωρίζεις κανένα, σ' έναν ολότελα άγνωστο, ανοίκειο κόσμο· για τις καθημερινές, ανεξέλεγκτες εναλλαγές διάθεσης των πρώτων εβδομάδων, από τον καθαρό τρόμο και την απελπισία μιας πρωτόγνωρης μοναξιάς στην άγρια και τη μεθυστική αίσθηση της προοπτικής μιας καινούριας ζωής· για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα στην προσπάθειά μου να γνωριστώ και να κάνω παρέα, ιδίως με τους αγγλόφωνους φοιτητές· για το ποδήλατό μου και τις πρώτες μοναχικές εξερευνήσεις στο κέντρο και τα περίχωρα της πόλης, για την ατέλειωτη συννεφιά και το πρωτοφανές κρύο... για τις ήδη αρκετές μπίρες που είχα πιει μόνος τα σαββατόβραδα στην ντίσκο του πανεπιστημίου, καθώς και στην παμπ στη διασταύρωση της Cottingham με την Beverley Road.
Ένα συγκρατημένο, τρυφερό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Ντόναλντ. “Νομίζω πως σε καταλαβαίνω. Έχω πιει κι εγώ κάμποσες μπίρες μόνος.”

Ο ασπρομάλλης (πενηντάρης) γίγαντας Στηβ που διηγείται ταξίδια και περιπέτειες στο συγκάτοικό του, τον Τούρκο φοιτητή Αζίζ.

Ήταν ένα είδος πολυτεχνίτη του Γιόρκσαϊρ: τα είχε σχεδόν όλα δοκιμάσει στην πολυκύμαντη ζωή του. Είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο – πότε ήταν αχθοφόρος σε κρουαζιερόπλοιο στην Καραϊβική, πότε προσωπικό ασφαλείας σε κλαμπ του Άμστερνταμ, πότε καταπιανόταν με αγροτικές εργασίες στην Κρήτη, πότε έχτιζε πέτρινα σπίτια στα περίχωρα της Κοπεγχάγης.

Ο μυστηριώδης και πληθωρικός γέρο-Άγγλος διηγείται χωρίς σταματημό τις ιστορίες του στο μικρό του φίλο. Είναι αληθινές οι ιστορίες του γιγαντόσωμου Στήβ; Ένα μυστήριο για τον Αζίζ που θέλει να το ξεδιαλύνει.

Ένα σύννεφο ήρθε κι έκρυψε το φεγγάρι. Το σκοτάδι απλώθηκε σαν κακοποιό πνεύμα. Ο Αζίζ ρίγησε. Συνειδητοποίησε ότι ότι ένιωθε φόβο, καθαρό φόβο. Μερικά βήματα ακόμα. Είχε διπλωθεί σχεδόν στα δύο μες στο παλτό του. Μέχρις εδώ. Δεν θα συνέχιζε άλλο. Και τότε, λίγα μέτρα μπροστά του, ο Άγγλος έστριψε· σαν δύσμορφη σκιά πέρασε μπροστά από μια γιορτινή τζαμαρία. Ο Στηβ ακολουθούσε τον δρόμο που τρία εικοσιτετράωρα πριν είχε γοητεύσει τον φοιτητή...

Οι περιγραφές από το λιμάνι είναι πολύ δυνατές. Δεν παραλείπει να μιλήσει και για την αλιεία στην περιοχή, για το κυνήγι της φάλαινας, για τον αγγλοϊσλανδικό πόλεμο του μπακαλιάρου και για τον αφανισμό της αλιευτικής βιομηχανίας τη δεκαετία του '70.

Οι εγκαταστάσεις στις όχθες του ποταμού εγκαταλείφθηκαν· ολόκληρες γειτονιές σκόρπισαν, και τελικά ρήμαξαν· τα πολύβουα στέκια των ψαράδων ερήμωσαν.
Τις φεγγαρόλουστες νύχτες, όταν η φουσκονεριά τυλίγει τις σιωπηλές αποβάθρες, κάποιοι ισχυρίζονται ότι, ανάμεσα στους παφλασμούς του νερού, μπορούν ν' ακούσουν τον απόηχο του στόλου που αποπλέει ή τις ζητωκραυγές εκείνων που επιστρέφουν – αλλά και τις οιμωγές των ανδρών που χάθηκαν για πάντα στη θάλασσα.

Όμορφη γλώσσα, Όμορφες οι ιστορίες από το Χαλ του Γιώργου Μητά. Ίσως μια αμηχανία στο τελείωμα των ιστοριών, ίσως και να θέλει να μας υποβάλει στη “βάσανο” της αναζήτησης. Εγώ έτσι ένιωσα, ιδιαίτερα μάλιστα στην τρίτη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς πάντως, μας μένουν οι συγκινήσεις και η ζεστασιά που νιώσαμε διαβάζοντάς τις, μας μένουν οι δυνατές περιγραφές, σε μια, τολμώ να πω, κινηματογραφική αποτύπωση του χώρου και των ανθρώπων.

Υ.Γ. Κι ενώ το είχα τελειώσει, ένας φίλος μου δάνεισε το τελευταίο βιβλίο της Έλενας Χουζούρη “Δυο φορές αθώα” (Κέδρος, 2013). Στην τελευταία σελίδα η συγγραφέας αναφέρει τα βιβλία με τα οποία “συνομιλεί” στο δικό της βιβλίο. Πρώτο πρώτο έχει τις Ιστορίες του Χαλ. Κάποιος διαδικτυακός φίλος κάποια στιγμή έκανε λόγο για την ομορφιά της διακειμενικότητας...

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Είμαστε ακόμα ζωντανοί!

Αντί άλλου σχολίου, αφιερωμένο "εξαιρετικά" σε αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να κανονίζουν τις τύχες μας με το έτσι θέλω:
Ετικέτες


Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μετά σιωπή
κάτι θα κοπεί
στην καρδιά στο μυαλό.

Με κοιτάς σε κοιτώ
και μελαγχολείς
ο καιρός πολύς
μ’ αγαπάς σ’ αγαπώ.

Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί
στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα
κι αν μας αντέξει το σκοινί
θα φανεί στο χειροκρότημα.

Με κρατάς σε κρατώ
και μετά γκρεμός
και μετά το τέρμα
και κανείς κανενός.

Με κρατάς σε κρατώ
και παντού σκιές
και παντού καθρέφτες
για θεούς κι εραστές.

Το τραγουδάμε κι όλας http://www.youtube.com/watch?v=D_tLdLWsP7c

(Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου, Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη.)

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Να κάνουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι!

14 μέρες έκλεισαν που έχουμε μαύρο. Μαύρο στο κουτί της δημόσιας τηλεόρασης, μαύρο στις ψυχές μας. Η δημοκρατία σε κίνδυνο. Δεν φτάνουν τα χαράτσια, η απαξίωση, η απόδοση της συλλογικής ευθύνης, η τρόικα, η Μέρκελ, ο μερκοζισμός και ο μερκολαντισμός, βάζουν χέρι στον πολιτισμό, κλείνουν το ΕΚΕΒΙ, συγχωνεύουν βιβλιοθήκες κι άλλες αφήνουν να μαραζώσουν, κλείνουν το Κέντρο Κινηματογράφου, βάζουν στο στόχο τα θέατρα, κλείνουν την ΕΡΤ. Κι όλα αυτά στο όνομα της δικής μας ευθύνης και της δικής μας σωτηρίας! Εμείς φταίμε που φτάσαμε ως εδώ, εμείς, εμείς, εμείς... Θέλουν να μας τσακίσουν. Το δόγμα του σοκ σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια! Μαυρίζουν την οθόνη, γυρίζουν το κουμπί να σιγήσει το ραδιόφωνο. Κι ένας πρωθυπουργός που μας μαλώνει άγρια, κακά, εσείς φταίτε, μας λέει κουνώντας το δάχτυλο, θα σας κάνω και θα σας δείξω. Μόνο τον Ερντογάν είδα να κάνει τα ίδια, μόλις γύρισε από το ταξίδι του, απευθυνόμενος στους αγανακτισμένους κι εκεί πολίτες της Τουρκίας. Και μόνο τον Παπαδόπουλο θυμάμαι να βροντοφωνάζει για την ανάγκη ακινητοποίησης του ασθενούς στο χειρουργικό τραπέζι, κι αυτός για τη σωτηρία μας μίλαγε!!!

Η δημοκρατία σε κίνδυνο; Ναί. Δεν είναι μόνο γιατί εγώ προσωπικά δεν έχω τίποτα να δω στην τηλεόραση, γιατί μου λείπουν εκείνες οι μουσικές εκπομπές που άκουγα χρόνια τώρα από το Β' πρόγραμμα, γιατί δεν έχω πια το Κόσμος ούτε το Τρίτο. Βρέθηκα στο χωριό τη βραδυά που μαύρισε η ΕΡΤ και τις επόμενες ημέρες, και χωρίς ιντερνετ, τις πρώτες μέρες δεν υπήρχε καμιά ενημέρωση (μερικές φορές έπιανα το πρόγραμμα των εργαζομένων της ΕΡΤ, κάποια μέρα χάθηκε κι αυτό). Δεν ήταν εύκολη κατάσταση για τον κόσμο του χωριού που έχει μάθει να βλέπει τηλεόραση και - πολύ σημαντικό - έχει μάθει ότι η ΕΡΤ είναι εκεί δίπλα, ακόμη κι αν δεν την παρακολουθεί πάντα. Το διαδίκτυο δεν είναι πάντα η λύση, όσο φεύγουμε από τα αστικά κέντρα και όσο ... μεγαλώνουμε. Η πληροφόρηση είναι θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Θέλησαν να μας το αφαιρέσουν.

http://www.ertopen.com/
Η δημοκρατία σε κίνδυνο; Ναί. Αφήνω εκείνα τα κακόβουλα, πικρόχολα σχόλια κάποιων "επωνύμων" (βλέπε Θεοδωρόπουλος, Κανέλλης κ.ά.) για τη συγκέντρωση κόσμου στην ΕΡΤ (εξάλλου, αυτοί οι άνθρωποι πια εκτός από ειρωνείες και κακίες και ελιτίστικη αντιμετώπιση κάθε συλλογικής πρωτοβουλίας, μήπως θα μπορούσαν να μας πουν οι ίδιοι πώς θα ήθελαν την ενημέρωση, το χώρο του βιβλίου, το χώρο των βιβλιοθηκών, το χώρο του πολιτισμού, ακόμη ακόμη και το χώρο που ανασαίνουμε, μήπως και περισσεύει;). 'Ολος αυτός ο κόσμος, ακόμη κι αν δεν έβλεπε ΕΡΤ κι αν δεν άκουγε ραδιόφωνο, έδειξε ότι είχε ανάγκη να βγει από το καβούκι του, είχε ανάγκη να εκφραστεί, να επικοινωνήσει και του δόθηκε αυτή η ευκαιρία. Και είχε ανάγκη να δείξει ότι δεν συμφωνεί με την άγρια, βίαιη, αυταρχική, αντιδημοκρατική συμπεριφορά αυτών που μας κυβερνούν. Με το ξαφνικό μαύρισμα της οθόνης το ποτήρι ξεχείλισε.

Κι ευτυχώς υπάρχουν ακόμη αυτοί που αντιστέκονται κι αυτοί που παραστέκονται. Μια τέτοια βραδυά ήταν η αποψινή με τον Μάνο Μουντάκη και την παρέα του (εμείς οι Κρητικοί έχουμε βάλει σε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας τον Κώστα Μουντάκη, αλλά το ίδιο αξιόλογος είναι και ο γιος του ο Μάνος). Στα τόσα που τραγούδησαν απόψε και που ο κόσμος χόρεψε και ξαναχόρεψε, τραγούδησαν και το Πότε θα κάνει ξαστεριά, τραγούδησαν και την επίκαιρη Μπαλάντα του κυρ Μέντιου του Κώστα Βάρναλη (Mεροδούλι, ξενοδούλι! / Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·/ ούλοι: δούλοι, αφεντικό / και μ' αφήναν νηστικό). Και τελειώνοντας χρησιμοποίησε  εκείνο το φοβερό στίχο του Νίκου Καζαντζάκη από την Οδύσσεια: "... ας κάμουμε του κόσμου κατοχή, παιδιά, με το τραγούδι".


Όμως, στην Αγία Παρασκευή απόψε είχαμε ακόμα μία μουσική εκδήλωση. Ήταν η εναρκτήρια του πολιτιστικού δεκαήμερου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής. Όπως κάθε αρχή καλοκαιριού, έτσι και φέτος, η αυλή της Βιβλιοθήκης/Μουσείου Αλέκου Κοντόπουλου γεμίζει κόσμο που ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του αξιόμαχου και φιλόξενου προσωπικού της Βιβλιοθήκης. Το πρόγραμμα είναι ενδιαφέρον, περιλαμβάνει μουσική και θέατρο, ενώ υπάρχει επίσης Έκθεση φωτογραφίας από τη θεραπευτική κοινότητα Στροφή του ΚΕΘΕΑ. Απόψε στην εναρκτήρια εκδήλωση είχε το Μίμη Πλέσσα με τρεις νέους καλλιτέχνες, ο κήπος είχε γεμίσει όλος, είχε όρθιους, είχε κόσμο στο δρόμο κρεμασμένο στα κάγκελα, ο Σπύρος Κλείσσας και η Φιντέ Κόκσαλ τραγούδησαν πολλά γνωστά τραγούδια του συνθέτη (η Κοκσάλ τραγούδησε και στα τουρκικά, πολύ όμορφα), ο κόσμος τραγουδούσε μαζί τους, η βραδυά ήταν πραγματικά πολύ όμορφη.

Τραγούδησαν και αποθεώθηκαν στο Άγαλμα: "Με το άγαλμα ως το δρόμο προχωρήσαμε / μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε". Και στο Έπεφτε βαθιά σιπωπή: "Κάποια κόκκινη πληγή / που δεν λέει να κλείσει..." Και σ' άλλα πολλά...

Οι εκδηλώσεις έχουν κι ένα πρόσθετο στοιχείο, ο καλεσμένος έχει να αναφερθεί σ' ένα βιβλίο που του αρέσει. Ο Μίμης Πλέσσας αναφέρθηκε στο σπουδαίο Γιώργο Γραμματικάκη και στο βιβλίο του "Ένας αστρολάβος του ουρανού και της ζωής" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012), ένα δύσκολο βιβλίο, όπως είπε, αλλά όπου βρήκε μέσα ένα κοινό ήρωα των παιδικών χρόνων, τον Αντουάν Σεντ-Εξπερύ. 



Και με όλα τα παραπάνω που έγιναν το ίδιο βράδυ, σκέφτομαι ποια η σχέση των δύο εκδηλώσεων; Ή μάλλον, στη δεύτερη εκδήλωση (που χρονικά προηγήθηκε λίγο) γιατί σιώπησαν για την ΕΡΤ που είναι δίπλα, που το μαύρισμά της καταμαρτυρεί ένα σοβαρότατο έλλειμμα δημοκρατίας, που γίνεται ένας αγώνας, που είναι μία κοιτίδα πολιτισμού, που έχει σοβαρότατη συμβολή και στα μουσικά πράγματα της χώρας (και με τα Μουσικά της σύνολα και με τις εκπομπές της και με τις παραγωγές της), που και οι παριστάμενοι καλλιτέχνες (και πολύ καλώς) είχαν/έχουν να δώσουν και να πάρουν από την δημόσια ραδιοτηλεόραση (ο Μίμης Πλέσσας το γνωρίζει αυτό πολύ καλά).

Ηθική βαρβαρότητα, κατά το Γιώργο Γραμματικάκη. Κι όμως δεν βρέθηκε κανένας από τους ομιλητές να κάνει έστω μια αναφορά. Δεν έκανε αναφορά ο Δήμαρχος (που μίλησε πάντως απαξιωτικά για τη γενιά του Πολυτεχνείου, για την οποία είπε ότι ο ίδιος δεν ντρέπεται για τον εαυτό του, ούτε κι εγώ του απαντώ, άρα, ποιος ο λόγος αυτής της αναφοράς αλήθεια;) παρότι έχει εκδόσει ανακοίνωση με την οποία καταδικάζει το κλείσιμο της ΕΡΤ, δεν έκανε αναφορά η Πρόεδρος της Βιβλιοθήκης και δεν έκανε καμία αναφορά ο Μίμης Πλέσσας. Και βέβαια δεν θα συμφωνήσω με την αποστροφή του για τις "πράσινες, τις κόκκινες, τις θαλασσιές σου  χάντρες" με αφορμή το ομώνυμο τραγούδι. Δεν συμφωνώ με την δήθεν απολίτικη, δήθεν ουδέτερη στάση, είναι η αντίστοιχη του "μαζί τα φάγαμε", είναι αυτή της συλλογικής ευθύνης και συλλογικής ενοχής, των ίσων αποστάσεων, της απαξίωσης και τελικά του ωχαδερφισμού. Άσε τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, εμείς τραγουδάμε.

Κύριε Πλέσσα, με όλο το σεβασμό στο πρόσωπό σας και με όλη την αγάπη στο έργο σας (η αναφορά σας στην αγαπημένη μου Δανάη εξάλλου με συγκίνησε), κι εμείς τραγουδάμε. Ας κάνουμε, λοιπόν, του κόσμου κατοχή με το τραγούδι! Αλλά...  υπάρχει κάποια κόκκινη πληγή που δεν λέει να κλείσει...

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Bloomsday και Δουβλινιάδα σήμερα


Μέρα γιορτής η σημερινή για τους Ιρλανδούς. Είναι η Bloomsday, σε ανάμνηση μιας μέρας - 16 Ιουνίου 1904 - από τη ζωή του Μπλουμ, του ήρωα του Τζέιμς Τζόυς στον Οδυσσέα του. Σήμερα το Δουβλίνο γιορτάζει. Αλλά, και σε όλο τον κόσμο, η Bloomsday γιορτάζεται, πολλές πόλεις συμμετέχουν στην ανάγνωση κειμένων του σπουδαίου Ιρλανδού συγγραφέα (όχι, η Αθήνα δεν συμμετέχει).

Είχα ξαναγράψει πριν δυο χρόνια (http://katerinatoraki.blogspot.gr/2011/06/16-1904.html) για την ημέρα αυτή γιατί με εντυπωσιάζει η τόση δραστηριοποίηση (παρά και τον εμπορικό χαρακτήρα που μπορεί να προσλαμβάνει και την ίσως  υπερβολική έκθεση του θέματος αλλά και του σπουδαίου συγγραφέα). 

Όμως, δεν μπορώ να μη σκεφτώ, τι κάνουμε εμείς για τον Καβάφη (έχουμε και Έτος φέτος), τι κάνουμε για τον Καζαντζάκη, για να αναφέρω μόνο δύο μεγάλους μας λογοτέχνες που έχουν και ιδιαίτερη διεθνή απήχηση. Και βέβαια, μου δίνεται και πάλι η ευκαιρία να διαμαρτυρηθώ για το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ, είχαμε ένα θεσμό που με όλα τα στραβά (που ας τα διορθώσουν), μπορούσε να πάρει πάνω του τέτοιες πρωτοβουλίες. Όμως τι λέω τώρα, πονάει δόντι, κόψει κεφάλι, το έκαναν στο ΕΚΕΒΙ, το κάνουν στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες,  το έκαναν στην ΕΡΤ, το κάνουν στην κοινωνία όλη!

Το σπίτι στο Παρίσι όπου ο Τζέημς Τζόυς ολοκλήρωσε τον Οδυσσέα του (φωτογραφία από ταξίδι μου στο Παρίσι)
Με την ευκαιρία της μέρας, προτείνω για ανάγνωση το μυθιστόρημα  Δουβλινιάδα του Ενρίκε Βίλα - Μάτας (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011, μετάφραση Νάννα Παπανικολάου). Πολλοί εκδότες θα βρουν τον εαυτό τους στο έργο αυτό του Ισπανού λογοτέχνη (και ίσως μελαγχολήσουν μάλιστα, βρίσκοντας αντιστοιχίες και με την εποχή και την κατάσταση στη χώρα μας). Και πολλοί αναγνώστες θα βρουν τον εαυτό τους, ως βιβλιόφιλοι, ως εραστές της ιρλανδικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και ως εραστές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Για όλα έχει αναφορές ο Βίλα-Μάτας, ένας σπουδαίος λογοτέχνης και διανοητής, που αξίζει κανείς να δει τη συζήτηση που είχε με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τη Μικέλα Χαρτουλάρη για την καταπληκτική σειρά εκπομπών "Οι κεραίες της εποχής μας" (δυστυχώς και το Αρχείο της ΕΡΤ έχει μαύρο τώρα, File not Found, με τις εντολές του Αντώνη Σαμαρά και την ανοχή τουλάχιστον των άλλων εταίρων, η πληροφόρηση φιμώνεται, μια εγκληματική, σκοταδιστική, αντιδημοκρατική στιγμή της ιστορίας μας).

Στη δική του Δουβλινιάδα, ο Βίλα-Μάτας περιγράφει έναν συνταξιούχο Ισπανό εκδότη, με εμμονές στον Τζέημς Τζόυς, με σφοδρή επιθυμία να επισκεφθεί την πόλη του το Δουβλίνο και τα μέρη που σύχναζε (αυτός ή οι ήρωές του, ένα και το αυτό εξάλλου πια), με προβληματισμούς για τη νέα εποχή της τυπογραφίας, και ο οποίος σχεδιάζει να γιορτάσει το τέλος της εποχής του Γουτεμβέργιου στην πατρίδα του αγαπημένου του συγγραφέα. (Θυμίζω ότι για το τέλος ή το επόμενο βήμα της εποχής Γουτεμβέργιου προβληματίζεται και η Χριστίνα Μπάνου στο βιβλίο της που παρουσίασα πρόσφατα). Και ξεκινά έτσι ένα ταξίδι λόγου, αναμνήσεων, αναφορών, αναδρομών, ένα όμορφο ταξίδι στον λόγο και στο πνεύμα και άλλων σπουδαίων συγγραφέων από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. 

Μου άρεσε το ταξίδι του Βίλα-Μάτας στον κόσμο του Τζέημς Τζόυς, στον κόσμο των συγγραφέων (έχει ονομαστεί εξάλλου και συγγραφέας των συγγραφέων), στους προβληματισμούς για το βιβλίο, τις εκδόσεις, την ψηφιακή εποχή. Και πολύ μου άρεσε το ταξίδι στο Δουβλίνο!

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Ένα αφιέρωμα από καρδιάς

Αφιερωμένη η ανάρτηση στο βιβλιοθηκάριο που σήμερα έχει γενέθλια. Πολύχρωμες χαρές Γιώργο! (Πηγή εικόνας: καρτ-ποσταλ από τη συλλογή μου, είναι το έργο "walking tour in the night" του Ούγγρου  καλλιτέχνη Károly Reich)

Μου ζητήθηκε να συμμετέχω στα ... Κατσαμάκεια 2013, δηλαδή να γιορτάσουμε τα σημερινά γενέθλια του βιβλιοθηκάριου με ένα διιστολογικό αφιέρωμα. 

Είπα ναι, γιατί όχι;

Μετά... σκέφτηκα ότι δεν μου πάει να κάνω προσωπικές αναφορές, και μάλιστα με αυτό το ... βαρύγδουπο "κατσαμάκεια" (παρολίγον να σκεφτώ "είμαι και κάποιας ηλικίας!").  Ετοίμασα ένα κείμενο - για τον αγαπημένο του χώρο των βιβλίων - και σκόπευα να του το αφιερώσω. Αλλά, δε μου βγήκε. Ήθελα τελικά να γράψω και για τον ίδιο, γαιτί όχι, κάποιες σκέψεις που μου ήρθαν.

Κατσαμάκεια 2013 λοιπόν!

 Έχουμε Κατσαμάκηδες στο χωριό, στο Νίππος Αποκορώνου, μα ο Γιώργος δεν είναι Κρητικός.

Τον γνώρισα τη δεκαετία του 90, τον είχα φοιτητή και αυτόν και την καλή του (το καλλιοπάκι του, γιόρταζε χθες, να τη χαίρεσαι Γιώργο), τους ξεχώριζα από τότε, η αλήθεια να λέγεται. Τους έχασα κάποια χρόνια, μέχρι που η πολύ καλή μου φίλη η Νανά μου μίλησε για τα Κατσαμάκια, είχαν τα παιδιά τους λέει στον παιδικό σταθμό της Νανάς και του Νίκου (έχει γράψει μια καταπληκτική και συγκινητική ανάρτηση για το Νίκο και τη Νανά ο Γιώργος) και η κουβέντα τους έφερε σε μένα (και τα δικά μου παιδιά είχαν πάει στη Νανά, ήταν στα πρώτα χρόνια του σταθμού, η Νανά ακόμη διηγείται ιστορίες με το μεγάλο!). Ο ενθουσιασμός μου δεν περιγράφεται!

Και ήρθε το διαδίκτυο και τα ιστολόγια. Παρακολουθώ ένα μαχητικό, καλλιεργημένο, ευθύ και έντιμο νέο άνθρωπο να παρεμβαίνει. Τι καλύτερο, τι πιο όμορφο, τι πιο παρήγορο για μένα, που ανήκω σε μια προηγούμενη γενιά, που προβληματίστηκε, που πίστεψε, που διεκδίκησε, που αμφισβήτησε, που υποχώρησε, που συμβιβάστηκε ή κλείστηκε στον εαυτό της, που ξαναπροβληματίζεται, ξαναδιεκδικεί, ξαναμάχεται, ξαναπιστεύει. Και που πλέον περιμένει από τους νεότερους γιατί - ευτυχώς - είναι και καλύτεροι.

Δυσκολεύομαι να συνεχίσω, ας αφιερώσω στο Γιώργο, αλλά και σε όλους που συμμετέχουν στο αφιέρωμα, μια μαντινάδα του Αριστείδη Χαιρέτη:

Ως και το πικραμύγδαλο,
που εκ φύσεως πικραίνει,
σαν είναι από τα χέρια σου, 
ω Θέ μου πώς γλυκαίνει!


Πολύχρωμες στιγμές λοιπόν!
  ___________________________


Στο διιστολογικό αφιέρωμα συμμετέχουν επίσης τα παρακάτω ιστολόγια (βλ. και #katsamakeia2013  στο twitter):



Ερυθρό Καγκουρώ: Αντί πινακίου φακής…


silentcrossing ρόλερ κόστερ στη βιβλιοθήκη 

κόκκινο  μπαλόνι:Για το βιβλιοθηκάριο της καρδιάς μας

Poyanna: Να κάνουμε αφιέρωμα με θέμα...

Ψαροκόκκαλο: Ευχές σε έναν άγνωστο

Τσαλαπετεινός  Kaçamakεια 2013

Anna Silia: Όταν ήμουν...βιβλιοθηκάριος

Σελιτσάνος: Το φως

Κουπέπκια: Κατσαμάκεια συνωμοσιολογία

Kizil kum: τσακμακ

γρηγόρης στ.: γρηγόρης στ είπε...

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Οι Υπνοβάτες, του Άρθουρ Καίσλερ: εις μνήμην Ιωάννας Χατζηνικολή




Έφυγε σήμερα η Ιωάννα Χατζηνικολή, μια σημαντική μορφή από το χώρο του βιβλίου, ιδιοκτήτρια του ομώνυμου εκδοτικού οίκου και μεταφράστρια. Στα μέχρι αυτή τη στιγμή δημοσιεύματα που έχω δει με αφορμή αυτό το γεγονός, όταν αναφέρουν μεταφράσεις που είχε κάνει, παρατηρώ ότι λείπει - από όλα -  η αναφορά στο βιβλίο "Υπνοβάτες: Μια ιστορία της αλλαγής του κοσμικού οράματος του ανθρώπου (Πυθαγόρας - Κοπέρνικος - Κέπλερ - Γαλιλαίος - Νεύτωνας)" του Άρθουρ Καίσλερ, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1975 (The sleepwalkers, 1959).

Το βιβλίο είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, αφού βέβαια λάβουμε υπόψη ότι γράφτηκε το διάστημα 1955-1958 κι επομένως οι γνώσεις και η αφομοίωσή τους γύρω από τις νέες εξελίξεις στις Θετικές Επιστήμες και κύρια στη Φυσική αλλά και στην Τεχνολογία ήταν σε πρώιμο στάδιο (παρόλο που ο Μπορ και ο Αϊνστάιν είχαν ήδη αμφισβητήσει την  κλασική θεωρία της νευτώνειας φυσικής).

Ο Καίσλερ ασχολείται με την ιστορία της κοσμολογίας από τα πολύ παλιά χρόνια μέχρι το Νεύτωνα. Και λέω πολύ παλιά χρόνια γιατί ξεκινά τις αφηγήσεις του για τον Κόσμο, τον κόσμο του Σύμπαντος από την "Αυγή", με αναφορές στους Χαλδαίους, στους Βαβυλώνιους, στους Αιγύπτιους, στους Εβραίους για να περάσει στους Έλληνες όπου, ξεκινώντας από τους Ίωνες φιλοσόφους και κάνοντας πολλές ιδιαίτερες αναφορές σε πρόσωπα, ασχολείται ιδιαίτερα με τον Πυθαγόρα και το όραμά του για το Σύμπαν.

Προχωρά στα ελληνορωμαϊκά και πρώτα χριστιανικά χρόνια και φτάνει στο Μεσαίωνα. Αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στον Κοπέρνικο, τον ντροπαλό εφημέριο, όπως τον ονομάζει. Στη συνέχεια ασχολείται με τον Κέπλερ και το κοσμικό μυστήριο, με τον Τύχο, με τον Γαλιλαίο και τη δίκη του, ενώ τελειώνει με το Νεύτωνα, με τον οποίο "θα πρέπει να κλείσει και η αφήγησή μας της αλλαγής του κοσμικού οράματος του ανθρώπου" (σελ. 376).

Όλοι αυτοί, λέει ο Καίσλερ, είχαν ως σκοπό όχι την κυριαρχία της φύσης, αλλά την κατανόησή της. Όταν λέει ότι ασχολείται με την κοσμολογία, εννοεί ότι ασχολείται "με την εξέλιξη του οράματος που είχε ο άνθρωπος για το σύμπαν που τον περιέβαλλε". Ασχολείται με τα παραπάνω πρόσωπα, αναζητά στοιχεία από τη ζωή τους και φτιάχνει τους μύθους τους.

Κι έτσι πρέπει να διαβαστεί. Ο ίδιος λέει στην εισαγωγή ότι "δεν είναι ένα εκλαϊκευμένο επιστημονικό βιβλίο αλλά μια προσωπική και θεωρητική αφήγηση ενός αντιφατικού θέματος". Σταματά στο Νεύτωνα γιατί, όπως λέει, "βασικά εξακολουθούμε να ζούμε μέσα σ' έναν Νευτωνικό κόσμο" (ποιος ξέρει αν το 1959 είχε ακούσει για τα κβάντα...). 

Και βέβαια όταν στον Επίλογο κάνει λόγο για την πρόοδο της επιστήμης (της φιλοσοφίας της φύσης, όπως λέει) που δεν ήταν συνεχής και που αναπτύχθηκε "με συμπτωματικούς πήδους και γκέλ που εναλλάσονταν με απατηλές αναζητήσεις, αδιέξοδα, κάμψεις, περιόδους τύφλωσης και αμνησίας" (σελ. 381), δεν γνώριζε τίποτα για την εκθετική ανάπτυξη της επιστήμης, όπως διατυπώθηκε το 1963 στο βιβλίο "Little Science, Big Science" από τον σπουδαίο ιστορικό της επιστήμης Derek J. de Solla Price (και ιστορικό της τεχνολογίας - όσοι πήγαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο να δούν την Έκθεση για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων θα είδαν ότι ήταν κεντρικό πρόσωπο στην έναρξη μελέτης του τεχνολογικού αυτού επιτεύγματος - αλλά και θεμελιωτή των απόψεων για την εξέλιξη της επιστημονικής πληροφόρησης και των σχετικών εφαρμογών, όπως είναι η ανάλυση των βιβλιογραφικών παραπομπών και η επιστημομετρία).

Αν και ξεπερασμένο, δεν παύει να είναι ενδιαφέρον και κυρίως απολαυστικό. Αλλά και προφητικό: "...  μέσα σ' ένα πολύ κοντινό μέλλον, ο άνθρωπος ή θα καταστρέψει τον εαυτό του ή θα ξεκινήσει για τ' άστρα".  

Αλήθεια, τι έγινε τελικά;

--------------------------------------------
Υστερόγραφο: Ομολογώ ότι τον Καίσλερ τον είχα γνωρίσει από νωρίς με το βιβλίο του "Το μηδέν και το άπειρον" (από τις εκδόσεις Ηριδανός, σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά). Έφτασα στους Υπνοβάτες του όταν πριν λίγα χρόνια διάβασα το βιβλίο Η τριλογία των επαναστάσεων: Δόκτορ Κοπέρνικος. Κέπλερ. Το γράμμα του Νεύτωνα του Τζων Μπάνβιλ (Κέδρος, 2008). Τότε με ξένισε ο τίτλος γιατί είχα μόλις διαβάσει  και την τριλογία "Υπνοβάτες" του Χέρμαν Μπροχ Είναι η περιπέτεια της ανάγνωσης, κάτι σαν το "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης"... Είναι το υπέροχο ταξίδι στα βιβλία...

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Να σώσουμε τις βιβλιοθήκες γιατί τις αγαπάμε και γιατί τις χρειαζόμαστε!


Συμβολικά, μα όχι μόνο, επέλεξε τις βιβλιοθήκες η Κυβέρνηση για να ξεκινήσει την εφαρμογή της πολιτικής  που της υπαγορεύει η τρόικα, της πολιτικής που δεν υπολογίζει, που απαξιώνει, που αγνοεί ανθρώπους, θεσμούς, αξίες, στο όνομα του "όλοι φταίτε", "άχρηστοι", "διεφθαρμένοι", "θα σας δείξω εγώ", "κακό κράτος", "δημόσιο=κακό". Κι έτσι άφησε να διαρρεύσει στην αρχή (ώστε να προετοιμάζει το έδαφος) και δημοσιοποίησε στη συνέχεια τη λίστα με 17 οργανισμούς (κάποιους απίθανους, αλήθεια ποιοί ... τους έφτιαξαν;) ανάμεσά τους όμως και το ΕΚΕΒΙ (είπαμε, η διάλυσή του έργο ζωής για τον κ. Τζαβάρα) και 46 βιβλιοθήκες οι οποίες, λέει, συγχωνεύονται. Τι εννοεί εδώ ο αρμόδιος Διοικητικής Μεταρρύθμισης (που θα ... παραιτούνταν αν επέμενε η όποια τρόικα να γίνουν απολύσεις στο δημόσιο), συγχωνεύονται μεταξύ τους (δηλαδή η Κέρκυρας με την Ανδρίτσαινας και με της Χίου;) ή πώς τέλος πάντων; Μου θυμίζει τη λύση που πήγαν να εφαρμόσουν σε κάποια ΤΕΙ προ μηνών, η πάνσοφη Αθηνά βάζει παντού το χέρι της λοιπόν!

Εδώ δεν θα σταθώ άλλο στο ίδιο το πρόβλημα τώρα (χωρίς σε καμία περίπτωση να το υποτιμώ βέβαια), αν τελικά η Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας σωθεί ή όχι όπως διαβεβαίωσε ο κ. Τζαβάρας, αν και πόσο χρήσιμες είναι οι δημόσιες βιβλιοθήκες, αν και τι έργο προσφέρουν ή έχουν μέχρι τώρα προσφέρει κτλ κτλ. Ευτυχώς, έχουν αρχίσει ν΄ακούγονται φωνές, και για την Ανδρίτσαινα και για την Κοραή της Χίου και για την Κέρκυρας και για τη Λιβαδειάς και για τη Ναυπάκτου και για τη Λαμίας και για τη Μυτιλήνης κ.ά. Και είναι παρήγορο αυτό.

Έχω όμως ένα προβληματισμό γενικότερο. Στ' αλήθεια τις αγαπάμε τις βιβλιοθήκες; Στ' αλήθεια, νιώθουμε να τις χρειαζόμαστε τις δημόσιες (και τις δημοτικές) βιβλιοθήκες; Εμείς οι πολίτες, οι κάτοικοι της πόλης, της γειτονιάς που έχει βιβλιοθήκη, ξέρουμε τι κάνει αυτή η βιβλιοθήκη; Την έχουμε ποτέ επισκεφθεί; Έχουμε νιώσει ντην ανάγκη να το κάνουμε; Αλλά κι έχουμε βρει μπροστά μας κάποια ανακοίνωση, κάποια αφίσα της βιβλιοθήκης;

Κι αν είμαστε γονείς, έχουμε πάει τα παιδιά μας στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς; 
Κι αν είμαστε δάσκαλοι, έχουμε πάει τους μαθητές μας στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς;

Μα κι αν είμαστε γονείς, μας έχουν δει τα παιδιά μας να διαβάζουμε; Κι έχουμε διαβάσει παραμύθια στα παιδιά μας σήμερα για να διαβάσουν μόνα τους αύριο;
Κι αν είμαστε δάσκαλοι, έχουμε συστήσει στους μαθητές μας βιβλία για διάβασμα κι έχουμε παρακολουθήσει την πορεία της ανάγνωσης και τους έχουμε ζητήσει να γράψουν έκθεση κι έχουμε συζητήσει για βιβλία και τα έχουμε βάλει να ψάξουν σε βιβλιοθήκες (και στη βιβλιοθήκη του σχολείου, όχι στο Ιντερνετ) για ένα θέμα;

Κι αν είμαστε βιβλιοθηκονόμοι, διαφημίζουμε τη βιβλιοθήκη μας; Έχουμε αναγνωστική πολιτική (επί της ουσίας, όχι ... πανηγυριώτικη); Δημιουργούμε λέσχες ανάγνωσης με σχέδιο, προγραμματισμό, ποιότητα; Μελετάμε την κοινότητά μας και ανάλογα λειτουργούμε;

Δεν έβαλα τα ερωτήματα για ... εξυπνάδα, ούτε γιατί έχω αρνητική απάντηση. Αντίθετα, επειδή ξέρω (ή πιστεύω έστω) ότι στα παραπάνω ερωτήματα υπάρχουν σε μεγάλο ποσοστό θετικές απαντήσεις, αυτό που χρειάζεται είναι μια εγρήγορση, μια κινητοποίηση και μια διεκδίκηση, προς την πολιτεία, προς τους συλλογικούς /θεσμικούς φορείς που δεν καταλαβαίνουν και προς όσους από τις παραπάνω κατηγορίες δεν αντιστοιχεί το θετικό πρόσημο της απάντησης. 
Η διεκδίκηση είναι να σώσουμε τις βιβλιοθήκες μας γιατί τις αγαπάμε και γιατί τις χρειαζόμαστε.

Έτσι, ξεκινώντας από την παρότρυνση της δυναμικής Κατερίνας Κεράστα με το θαυμάσιο λογότυπο "Αγαπώ τη βιβλιοθήκη μου", προτείνω να πάμε ακόμη παραπέρα. Γιατί, ακόμη και αν δεν... "συγχωνευθεί" τελικά η Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας ή της Κέρκυρας ή της Χίου, το πρόβλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Και για εκείνους που σκέφθηκαν την όποια λύση μόνο με οικονομίστικα ή δεν ξέρω τι άλλα κριτήρια, αλλά και για εμάς που δεν απαντάμε ναι στα παραπάνω ερωτήματα.


Και αντί να προτείνω εδώ, τώρα και μόνη μου τρόπους ενεργοποίησης, σκέφτηκα να παραθέσω μερικές περιπτώσεις αντίστοιχων δράσεων σε άλλες χώρες. Ας τις περιδιαβούμε κι ας πάρουμε ιδέες, δεν είναι κακό.

Στη Μεγάλη Βρετανία οι περικοπές στους προϋπολογισμούς των βιβλιοθηκών έχουν γίνει κανόνας. Ταυτόχρονα όμως, έχει αναπτυχθεί πλατύ κίνημα υποστήριξης των βιβλιοθηκών, όχι μόνο από τους ίδιους τους βιβλιοθηκονόμους, αλλά και από τους πολίτες που χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες και νοιάζονται για την ύπαρξή τους.


Εδώ και δυο χρόνια υπάρχει η καμπάνια "Save our libraries" που πέραν του γενικού αιτήματος, εξειδικεύεται και σε κάθε βιβλιοθήκη χωριστά, δίνοντας τη δυνατότητα της ενεργοποίησης και της κινητοποίησης των κατοίκων κάθε περιοχής. Συχνές αναφορές βρίσκονται στην εφημερίδα Guardian. Για παράδειγμα, μια ενδιαφέρουσα αναδρομή στον ένα χρόνο της καμπάνιας αυτής δίνεται σε άρθρο της  του 2012.



Ενδιαφέρον έχει και η συλλογικότητα "Voices for the Library" η οποία δίνει βήμαγια προβλή ζητημάτων σχετικών με τις δημόσιες βιβλιοθήκες.






Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η συλλογικότητα "The Library Campaign", η οποία έχει σκοπό την υποστήριξη των βιβλιοθηκών μέσω δράσεων από φίλους και ομάδες χρηστών.



Αντίστοιχες καμπάνιες υπάρχουν και σε άλλες χώρες, όπως η καμπάνια "Σώστε τις βιβλιοθήκες" στις ΗΠΑ και η καμπάνια για τις βιβλιοθήκες και τα αρχεία στον Καναδά.










Να σημειώσω επίσης ότι στο πλαίσιο του κινήματος Occupy στη Νέα Υόρκη και σε άλλες πόλεις δημιουργήθηκαν βιβλιοθήκες (The People's Library) με σκοπό και λειτουργία ανάλογα με τις "κανονικές" βιβλιοθήκες (τελικά οι λέξεις κανονικός και κανονικότητα πάει να μας στοιχειώσει...).

Πηγή της φωτογραφίας: http://socialistworker.org/2013/04/17/justice-for-the-peoples-library
Να σημειώσουμε μάλιστα ότι εθελοντές του κινήματος Occupy στο Λονδίνο το περασμένο φθινόπωρο πήραν την πρωτοβουλία να λειτουργήσουν τη δημοτική βιβλιοθήκη του Camden μαζί με κατοίκους της περιοχής, όταν ο δήμος την έκλεισε εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Αξίζει να δει κανείς φωτογραφίες από τη λειτουργία της στο διάστημα μέχρι την τελική επίλυση του προβλήματος.


Κάτοικοι του Camden μαζί με τους ακτιβιστές του Occupy London έσωσαν τη Βιβλιοθήκη του Friern Barnet (Πηγή)


*** Όσο για την Εθνική Βιβλιοθήκη, διάβασα το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη στην Καθημερινή κι εύχομαι πραγματικά να βρει την άκρη. Διαβάζοντας την αναφορά του στο Ροϊδη, θυμήθηκα τι είχα γράψει το Φεβρουάριο εδώ.