Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η Κως όπως την είδε ο Εβλιγιά Τσελεμπί





Το νησί έχει μέγεθος εκατόν είκοσι μίλια. Το τετράγωνο κάστρο, που απέχει έξι μίλια από τις απέναντι ακτές, κατασκευάστηκε από τους Γενουάτες. Περιβάλλεται από θάλασσα, ενώ κατά το βαρόσι1 η στεριά έχει πλάτος πενήντα βήματα.  Η τάφρος του είναι πενήντα βήματα βαθιά. Η περίμετρος του κάστρου είναι χίλια βήματα. Η αποβάθρα είναι εξήντα πόδια πλατιά. Στα τείχη υπάρχουν οι τάφοι των μαρτύρων.2 Μερικές φορές φαίνεται να τρέχει φως από τα τείχη. Στη μέση του κάστρου υπάρχει ένα τετράγωνο μονώροφο εσωτερικό φρούριο. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τριακόσια σπίτια και είκοσι έξι πετροστρωμένα δρομάκια. Και τα δυο κάστρα έχουν μια σιδερένια πύλη που βλέπει στα νότια...

Αυτά γράφει για την Κω ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα από την Κωνσταντινούπολη, ο «ταξιδιώτης του κόσμου», όταν ταξίδεψε στην Ελλάδα τα χρόνια 1668-1671 (Οδοιπορικόστην Ελλάδα (1668-1671): Πελοπόννησος - Νησιά Ιονίου, Κρήτη – Νησιά Αιγαίου, Εκδόσεις Εκάτη 2005, μετάφραση Δημ. Λούπης).

Παρακάτω, ο Τσελεμπί περιγράφει τον μεγάλο πλάτανο του νησιού.

Στην πλατεία ανάμεσα στο κάστρο και το βαρόσι υπάρχει ένας μεγάλος πλάτανος. Εγώ ο φτωχός που γύρισα τριάντα ένα χρόνια στις χώρες δεκαοχτώ ηγεμόνων, έτσι το είδα... Ο πλάτανος της Κω δεν είναι τόσο ψηλός. Τον κορμό του μπορούν να τον αγκαλιάσουν δέκα άντρες. Όμως, όλη του η δύναμη πήγε στα τριακόσια κλαδιά του, που το καθένα αγκαλιάζουν δυο με τρεις άντρες... Τη ρίζα του δέντρου δεν τη βλέπει ο ήλιος κι εκεί έχουν στήσει σαράντα τρία παγκάκια. Τα έντεκα είναι για τους επισκέπτες. Μερικά είναι σκεπασμένα με κεραμίδια για την περίπτωση της βροχής. Υπάρχουν ακόμη και τρία παγκάκια για να πιείς καφέ, καθώς και βρύσες για το αμπντέστ3, που έφτιαξε ο Καπουντάν Αλή Πασάς, γιος του Χουσάμ. Οι βρύσες γύρω από τη στέρνα είναι τέσσερις, μια σε κάθε γωνία. Στη δυτική πλευρά και κάτω από τη σκιά του πλατάνου μέχρι την αρχή της αγοράς υπάρχει ένα παγκάκι με διακόσια βήματα μήκος κι ολόγυρα εβδομήντα με ογδόντα πορτοκαλιές...

Περιγράφει το βαρόσι με τις οχτώ γειτονιές των απίστων (έτσι ονομάζει τους μη μουσουλμάνους), τις οχτώ εκκλησιές, μια εβραϊκή γειτονιά, εκατόν δέκα καταστήματα και σαράντα δρόμους. Στα ανατολικά του είναι η πύλη του λιμανιού όπου άραζαν τα πλοία. Εκεί υπήρχε κι ένα χαμάμ, όπου μετά το μεσημέρι πήγαιναν οι γυναίκες. Περιγράφει επίσης το εξωτερικό μεγάλο βαρόσι, με αμπέλια και δέντρα, με διακόσια πέτρινα σπίτια με κήπους, δεκαοχτώ γειτονιές απίστων και εφτά μουσουλμάνων.

Σε πολλά σημεία γράφει για τις ελκυστικές γυναίκες και την ομορφιά τους:

Το νερό και το κλίμα είναι τόσο καλά, που οι άντρες και οι γυναίκες είναι αξιέραστοι. Οι γυναίκες είναι πολύ ετυγενικές. Ακόμα και οι Ρωμιές καλύπτουν το κεφάλι. Ακόμα και τότε όμως είναι αξιέραστες. Αφήνουν γυμνό το πρόσωπο και γυρνούν με φουστάνια. Οι μουσουλμάνες φορούν φερετζέ...

Γράφει και για το κάστρο Κέφαλος που βρίσκεται στα νότια του νησιού, είναι μικρό, δεν έχει τάφρο.

Οι κάτοικοι φέρνουν νερό με τους γαϊδάρους από κάτω. Πολλές φορές προσπάθησαν πλοία από τη Μάλτα, τον Παπα και το Δούκα να το καταλάβουν, αλλά έφευγαν άπραγα. Ολόγυρα υπάρχουν καλλιέργειες. Στο λιμάνι ψαρεύονται διάφορα ψάρια...

Ο Τσελεμπί πέρασε ένα μήνα ευχάριστα στην Κω, το νησί με τους πολλούς πορτοκαλεώνες, τις λεμονιές, τ’ αμπέλια και τα πεπονόδεντρα, τα γαϊδούρια, τα μουλάρια και τις πέρδικες. Από την κορφή δε του κάστρου της Αντιμάχειας είδαν νότια το νησί της Κρήτης που απέχει εκατόν τριάντα μίλια.


Υστερόγραφο
Τυχαίνει να διαβάζω αυτές τις μέρες το οδοιπορικό του Τσελεμπί. Ήθελα να γράψω για την Κρήτη, όπου περιγράφει την πολιορκία του Χάντακα με πολλές λεπτομέρειες, αλλά ο σεισμός στο νησί της Κω έδειξε ότι ... οι τοπικισμοί καμιά φορά κλείνουν τα μάτια σε όμορφα πράγματα που βρίσκονται παντού και γύρω μας. Μακριά από μένα, πάντως, οι εθνοτοπικισμοί κάθε είδους και μορφής.

Παραπομπές
(Αντιγράφω από το γλωσσάριο που περιέχεται στο τέλος του βιβλίου και είναι πολύ κατατοπιστικό για τη σημασία ειδικών όρων που χρησιμοποιούνται.)

1 βαρόσι: ουγγρική λέξη, που δηλώνει το τμήμα της πόλης που αναπτύσσεται εκτός των τειχών του φρουρίου.
2 μάρτυρες: εδώ ο μεταφραστής ορίζει αρχικά τον γαζή, που είναι ο πολεμιστής της «ιερής πίστης των μουσουλμάνων, και ο οποίος με το θάνατό του γινόταν μάρτυρας (έλεγαν: «αν επιστρέψω θα είμαι γαζής, αν σκοτωθώ θα είμαι μάρτυρας»).
3 αμπντέστ: το τελετουργικό πλύσιμο των χεριών, του προσώπου και των ποδιών, απαραίτητο πριν από την προσευχή.


Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Κωστή Παλαμά σημειώματα στο περιθώριο: ρίχνει λόγια και φυτρώνουν στοχασμοί



Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο «Κωστής Παλαμάς: Σημειώματα στο περιθώριο» (εκδόσεις Στιγμή, 2017) βρίσκεσαι στον κόσμο του σπουδαίου Κωστή Παλαμά, ενός κόσμου που δεν έχει μόνο την ποίηση στις αποσκευές του, καλύτερα δεν έχει την ποίηση στεγνή από ιδέες, από γνώσεις, από γνώμες και απόψεις. Ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα του Κωστή Παλαμά που δείχνει να διαβάζει τα πάντα, ό,τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και να έχει άποψη γι’ αυτά. Διαβάζει φιλοσοφία, γνωρίζει την αρχαία ελληνική γραμματεία, γνωρίζει τους σύγχρονούς τους Ευρωπαίους διανοητές, γνωρίζει τι γράφουν οι Έλληνες και οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί του. Και αγαπά την ελληνική γλώσσα, είναι μαχητής στους αγώνες της εποχής (αρχές του 20ου αιώνα) για την επικράτηση της δημοτικής (γνωστά τα κυνηγητά που του στοίχισαν απομάκρυνση από τη θέση που κατείχε ως γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και λιθοβολισμούς στο ίδιο του το σπίτι...).

Το βιβλίο, με επιμέλεια, πρόλογο και σημειώσεις από τη Μαρία Μπαλοπούλου και επίμετρο από τον Κώστα Ανδρουλιδάκη, περιέχει κείμενα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων για θέματα που φαίνεται να απασχολούν τον ποιητή. Εντύπωση προκαλούν οι πολλές αναφορές σε ξένη βιβλιογραφία που δείχνουν έναν Παλαμά στο πνεύμα των ευρωπαϊκών προβληματισμών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Και τι δεν γράφει.

Για το 1821:

«Το Εικοσιένα. Έχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι.»

(Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Και σκέφτομαι τον Κωστή Παπαγιώργη και τον Βασίλη Ραφαηλίδη με όλες τους τις πιθανές υπερβολές...)

Για την πολιτική:

«... Η πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιδέα που εφαρμόζει το νόμο το μεγάλο της κυριαρχίας του δυνατότερου με τα μέσα ή της αφομοίωσης ή του αφανσιμού που λειτουργούσε παντού, και πρώτ’ απ’ όλα στην ιστορία...»

Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Ελληνισμό και τη Ρωμιοσύνη, μιλά για «ψώρα ευρωπαϊσμού και ψώρα πατριωτισμού».

Κάνει πολλές αναφορές στον Κάντ, στον Έμερσον, στον Σαίξπηρ, στον Ίψεν, στον Σπινόζα, στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στο Θουκυδίδη και τον Ηράκλειτο, στον «Δοστογέφσκη», σε όλους τους γνωστούς Ευρωπαίους φιλοσόφους, ποιητές και πεζογράφους, στο μεγάλο αμερικανό ποιητή Ουίτμαν. Διαβάζοντας τρία βιβλία «βιογραφικά ή εξομολογητικά» των Γκαίτε, Τολστόη και Σπένσερ, «αυτογραφίες» τα ονομάζει, καταγράφει «τη μελέτη τριών εγώ: του μεγάλου αρμονιστή, του μεγάλου θετικιστή και του μεγάλου κοινωνιστή...».

Πολλά και άξια ιδιαίτερης προσοχής τα σημειώματα για τη γλώσσα, για τη δημοτική, για τον «μαλλιαρισμό» που βαφτίζουν έτσι «μυγιάγγιχτοι δημοσιογράφοι κάθε προσπάθεια πλουτισμού της κοινής γλώσσας», τους «μαλλιαρούς» όπως τον Ευριπίδη που «έκραζε» το «Κόμποι και λόγων ευμορφίαι» (στον Κύκλωπα), για την ορθογραφία, για τις μεταφράσεις, για «τις αχώνευτες ελληνικούρες με τα ωμότερα της ξενομανίας αλαμπουρνέζικα».

Ο Κωστής Παλαμάς λέει ότι δεν είναι ούτε φιλόσοφος ούτε κριτικός, απλά μόνο «ρίχνει λόγια», που εύχεται να ξυπνούν την κρίση ή να φυτρώνουν στοχασμούς  σε όσους τα διαβάζουν. Θα παραθέσω ένα μόνο σημείωμα (αρ. 86 στο βιβλίο) που δείχνουν τη σκέψη του:

«Γιατ’ είμαι σκεπτικιστής, ας πούμε, κι απορώ κι απιστώ και ρωτώ· γι ‘ αυτό κι εκείνα που με πείθουν πως είναι αλήθειες, έχω διάθεση να τα κηρύξω και να τα διαλαλήσω, φανατισμένα, στα τετραπέρατα. Όσα πιστεύω ο άπιστος, τα πιστεύω χίλιες φορές πιο πολύ από άλλους ευκολόπιστους. Παράδειγμα, το γλωσσικό μας ζήτημα».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να παραλείψω μια αναφορά στο ιστορικό εκδοτικό Στιγμή και στον εκδότη του Αιμίλιο Καλιακάτσο, που χρόνια πολλά επιμένει να μας δίνει σοβαρές, καλαίσθητες, ιδιαίτερες εκδόσεις. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και τούτο το βιβλίο.

Υστερόγραφο 1 
Εσείς γράφετε στα περιθώρια των βιβλίων; Τα δικά μου βιβλία συχνά είναι γεμάτα ίχνη από τις εντυπώσεις που μου έκαναν τα συγκεκριμένα σημειωμένα εδάφια τη συγκεκριμένη στιγμή που τα διάβασα. Έχει σημασία η αναφορά της συγκεκριμένης στιγμής, και αυτό φαίνεται όταν ξαναξεφυλλίζω το βιβλίο αργότερα και από τη μια ενημερώνομαι αμέσως για το περιεχόμενο αλλά και ξαναγυρνώ στην πρόσληψη εκείνης της προηγούμενης στιγμής που μπορεί και να διαφέρει αν το ξαναδιαβάσω. Τα δικά μου ίχνη μπορεί να είναι σημαδάκια που δείχνουν συμφωνία ή απορία για το συγκεκριμένο κείμενο ή απλά υποδεικνύουν την ανάγκη να το προσέξω όταν ξαναξεφυλλίσω το βιβλίο ή κείμενα - φράσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο.

Υστερόγραφο 2
Για να ξαναγυρίσω στον Κωστή Παλαμά, θα ήθελα να σημειώσω ότι το φετινό 11ο συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (Νοέμβριο 2017) της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) που διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια κι έχει ως αντικείμενο τα ειδικά θέματα γλώσσας και ορολογίας, είναι αφιερωμένο στον Κωστή Παλαμά για την ένθερμη και μαχητική συμβολή του στην υποστήριξη της γλώσσας που μιλά ο κάθε άνθρωπος του τόπου τούτου.

Υστερόγραφο 3
Για τον Κωστή Παλαμά είχα ξαναγράψει και παλιότερα όπως παρακάτω:

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Το βιβλίο, του Τζον Έιγκαρντ, που διηγείται όμορφα την ιστορία της ζωής του




Αν θέλουμε να φτιάξουμε μια λίστα διαβασμάτων για το καλοκαίρι (παρά τις επιφυλάξεις μου για διακρίσεις τύπου "βιβλία για το καλοκαίρι"), και μάλιστα αν απευθυνόμαστε σε παιδιά και έφηβους, θα πρότεινα και το βιβλίο του Τζον Έιγκαρντ (John Agard) Το βιβλίο: "Με λένε βιβλίο και θα σου πω την ιστορία της ζωής μου..." (εκδ. Πατάκη 2016 σε μετάφραση Γιάννη Δούκα και Βασιλικής Πέτσα και με εικονογράφηση του Νιλ Πάκερ).

Ο συγγραφέας, πιο σωστά το ίδιο το βιβλίο, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του σαν παραμύθι, ξεκινώντας από την πολύ παλιά εποχή που οι άνθρωποι τραγουδούσαν κι έλεγαν ιστορίες δίπλα στη φωτιά. 

Έψαλλαν και χόρευαν για να τιμήσουν τις εποχές. Και οι γεροντότεροι μετέφεραν τις παραδόσεις στους νεότερους από στόμα σε στόμα. Με τη δύναμη της μνήμης...

Τότε ακόμη δεν είχε γεννηθεί η γραφή. Μέχρι που ήρθαν οι Σουμέριοι και οι Αιγύπτιοι που έγραψαν, καλύτερα σχεδίασαν, πάνω σε πήλινες πινακίδες. Πριν από την "κανονική" γραφή, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν άλλους τρόπους επικοινωνίας, όπως πραγματικά αντικείμενα, πραγματικά ζώα κτλ., με αποτέλεσμα βέβαια συχνά να παρερμηνεύονται οι συμβολισμοί των μηνυμάτων που αντάλλασσαν.




Μας δίνει το παράδειγμα του μηνύματος που έστειλαν οι Σκύθες στο Δαρείο όταν αυτός εισέβαλε στη χώρα τους. Το δέμα που μετέφερε το μήνυμά τους περιείχε έναν βάτραχο, ένα ποντίκι, ένα πουλί και τρία βέλη (αναφέρεται στον Ηρόδοτο, Ιστορίαι Δ), η ερμηνεία όμως που δόθηκε από τον παραλήπτη ήταν άλλη από το μήνυμα που έστελναν οι αποστολείς. 

Περιγράφει τα διάφορα εργαλεία και τις τεχνικές γραφής που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν, με ευχάριστο και ανάλαφρο λόγο και με πλούσια εικονογράφηση να συνοδεύει το κείμενο. Όπως η παραπάνω εικόνα που περιέχεται στο κεφάλαιο "Λόγια φτερωτά" και αναφέρεται στη χρήση γραφίδων από φτερά διάφορων πουλιών. Πρέπει, βέβαια, να επισημάνω ότι αυτή την ευχαρίστηση την απολαμβάνω ως αναγνώστρια του ελληνικού κειμένου, και σε αυτό έχει συμβάλει οπωσδήποτε και η καλή μετάφραση, έτσι και στα ελληνικά διαβάζουμε ένα βιβλίο με όμορφο, ευχάριστο, χαλαρό κείμενο, χωρίς να χάνεται η αξία του πλούσιου περιεχομένου του.



Πώς θα σου φαινόταν η ιδέα να είσαι μοναχός του Μεσαίωνα και, για ν' αποκτήσεις στυλό, να πρέπει να μαδήσεις πουλιά;

Και μας πληροφορεί ότι "τα φτερά κύκνου θεωρούνταν πολύτιμα για την ποιότητά τους, τα φτερά γαλοπούλας για την ανθεκτικότητά τους και τα φτερά κουρούνας για τη λεπτή μύτη της γραφίδας τους."

Μιλά για τους μοναχούς του Μεσαίωνα που αντέγραφαν και κλείδωναν τα βιβλία (που έτσι τα διέσωζαν κιόλας, βέβαια), για τον Γουτεμβέργιο και την τυπογραφία, για την παλαιά μορφή των βιβλίων σε μορφή κώδικα (codex), για την εξέλιξη στο δέσιμο των βιβλίων, για το κείμενο στο οπισθόφυλλο και την προέλευση της αγγλικής λέξης blurb (στα ελληνικά σημαίνει κάτι σαν διαφήμιση ή εγκώμιο για κάτι ή κάποιον, στα βιβλία είναι το κείμενο στο οπισθόφυλλο που δίνει πληροφορίες για το περιεχόμενο και για το συγγραφέα του και το λέμε συνήθως κείμενο οπισθόφυλλου, μια σχετική συζήτηση είχε γίνει προ ετών στη λεξιλογία).

Μας μιλά πολύ για τις βιβλιοθήκες, τους "οίκους μνήμης", τα "θεραπευτήρια ψυχής", τους "ωκεανούς πολύτιμων λίθων", επικαλούμενος χαρακτηρισμούς που έχουν δώσει διάφοροι αρχαίοι λαοί. Μιλά για τους Σουμέριους, τους Ασσύριους, τους Αιγύπτιους, τους Έλληνες, τους Ινδούς, τους Κινέζους, τους Ρωμαίους. Αναθυμάται την εποχή που στις βιβλιοθήκες υπήρχε η πινακίδα "Δεν επιτρέπονται παιδιά και σκύλοι", τώρα που ... έχουν αλλάξει οι καιροί:

Τώρα οι βιβλιοθήκες είναι για όλους και πραγματικά μου φτιάχνει τη διάθεση να δίνω χαρά στους ηλικιωμένους που έρχονται για να διαβάσουν ή να ζεσταθούν και να βρουν συντροφιά. Είχαν απόλυτο δίκιο οι αρχαίοι Έλληνες, όταν αποκαλούσαν τη βιβλιοθήκη "φαρμακείο της ψυχής".

(Πραγματικά, "ψυχής άκος" ονόμαζαν τις βιβλιοθήκες οι πρόγονοί μας, κι έτσι την είχαν οραματιστεί οι πιο κοντινοί πρόγονοί μας, στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν έφτιαξαν τη βιβλιοθήκη στις Μηλιές Πηλίου και κόσμησαν την επιγραφή της εισόδου με τα ίδια αυτά λόγια. Όσοι έχουμε πάει στις Μηλιές, ασφαλώς και την έχουμε δει από κοντά, όσοι δεν έχουν πάει, να μια καλή ευκαιρία!).

Μιλά για όλες τις περιόδους της ζωής του και τις αλλαγές που γνώρισε, μη παραλείποντας ν' αναφερθεί και στον κύριο Μπράιγ που γέμισε τις σελίδες του με μικρές ανάγλυφες κουκκίδες φτιάχνοντας ένα σύστημα για να διαβάζουν οι τυφλοί. Μιλά και για την εποχή που δακτυλογραφούσαν στη γραφομηχανή και οι συγγραφείς 'ακουγαν τις λέξεις τους "να χορεύουν κλακέτες επάνω στη λευκή σελίδα". Και φτάνει στη σημερινή εποχή που το βρίσκει να τσακώνεται με το ηλεκτρονικό βιβλίο που δεν ξέρει τι θα πει "χώνω τη μύτη μου σ' ένα βιβλίο", που δεν ξέρει από μυρωδιές

Και μίλησα στο eBook για τη ρωμαϊκή εποχή, όταν η περγαμηνή μου μύριζε ζαφορά, και τη βικτωριανή εποχή, όταν το χαρτί μου μύριζε αποξηραμένη λεβάντα και ροδοπέταλα.

Και τότε, το ηλεκτρονικό βιβλίο ζήτησε να διακόψουν για λίγο, γιατί η μπαταρία του χρειαζόταν φόρτιση, κι έπειτα έπρεπε να το "μπουτάρουν".

Τελειώνοντας την αφήγηση της ιστορίας του το βιβλίο, δεν παραλείπει να ευχαριστήσει όλους αυτούς που το φτιάχνουν και το φροντίζουν: αναγνώστες, βιβλιοδέτες, βιβλιοθηκάριους, βιβλιοπώλες, βιβλιόφιλους, γραφίστες, εικονογράφους, επιμελητές, κριτικούς, μεταφραστές, συγγραφείς, τυπογράφους.






Αναζήτησα στο Διαδίκτυο στοιχεία για τον συγγραφέα. Ο Τζον Έιγκαρντ (John Agard) είναι Αφρο-Γουιανέζος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Ζει στην Αγγλία, αλλά γεννήθηκε το 1949 στη Βρετανική Γουιάνα, ένα κράτος της νότιας Αμερικής δίπλα στη Βραζιλία, τη Βενεζουέλα και το Σουρινάμ. Ονομαζόταν έτσι μέχρι το 1966 ως αποικία των Άγγλων, ενώ από το 1970 αποτελεί το κράτος της Γουιάνας, ανεξάρτητο αλλά μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Διάσημο στην Αγγλία είναι το ποίημά του "Half-caste", που θα πει μιγάς, το άτομο που έχει μικτή προέλευση, και είναι όρος που χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία, με χλευασμό, όπως θα λέγαμε στα ελληνικά "μπάσταρδος". Σημειώνεται ότι ο πατέρας του Έιγκαρντ ήταν μαύρος από την Καραϊβική και η μητέρα του Πορτογαλέζα, ήταν δηλαδή κι ο ίδιος "half-caste". Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία της αγγλικής λογοτεχνίας που διδάσκεται στους μαθητές 14-16 ετών στα γυμνάσια της Αγγλίας. Με πολλές εργασίες και αναλύσεις που βρίσκουμε και στο διαδίκτυο, βλέπουμε ότι στόχος είναι τα παιδιά να διδάσκονται, να αναλύουν και να προβληματίζονται για αυτό "θέλει να πει ο ποιητής" και τελικά να οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρχει προσοχή στη χρήση της γλώσσας, ώστε να μην στιγματίζονται αλλά ούτε και να προσβάλλονται και να νιώθουν άσχημα οι άθρωποι εξαιτίας της καταγωγής τους.

Παραθέτω μερικούς στίχους από το ποίημα του Έιγκαρντ, το οποίο είναι γραμμένο με ειρωνικό ύφος και σε αγγλικά με ιδιαίτερα ιδιωματικά στοιχεία:

Excuse me
standing on one leg
I’m half-caste.
Explain yuself 
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean when Picasso
mix red an green
is a half-caste canvas?
explain yuself
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean when light an shadow
mix in de sky
is a half-caste weather?
well in dat case
england weather
nearly always half-caste
in fact some o dem cloud
half-caste till dem overcast
so spiteful dem don’t want de sun pass
ah rass?
explain yuself
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean tchaikovsky
sit down at dah piano
an mix a black key
wid a white key
is a half-caste symphony?
............................. 
an when I sleep at night
I close half-a-eye
consequently when I dream
I dream half-a-dream
an when moon begin to glow
I half-caste human being
cast half-a-shadow
but yu must come back tomorrow
wid de whole of yu eye
an de whole of yu ear
an de whole of yu mind.
an I will tell yu 
de other half
of my story.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ο Παίκτης του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι σε κόμικς



Μεγάλωσα διαβάζοντας Κλασσικά Εικονογραφημένα, το ίδιο και τα παιδιά μου, πλάι στο Μίκυ Μάους, τον Τιραμόλα και τον Ποπάυ. Με τα Κλασσικά μάλιστα, μου δόθηκε η ευκαιρία να έχω μια πρώτη γνωριμία με σπουδαίους συγγραφείς και μεγάλα έργα, για τα οποία τότε δεν ήξερα τίποτε. Διάβασα Ουγκώ, Σέξπηρ, Βερν, Στήβενσον, Μέλβιλ, Δουμά, κι ούτε ήξερα ότι κάποια ήταν μεταφρασμένα από το Βασίλη Ρώτα και τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη!

Αυτά θυμήθηκα διαβάζοντας τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, όπως τον διασκεύασαν σε κόμικ οι Στεφάν Μικέλ (για το κείμενο) και Λοϊκ Γκοντάρ (για το σχέδιο και το χρώμα) και εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά από την Polaris, σε μετάφραση Κωστή Σωχωρίτη.



Η ιστορία του Αλεξέι Ιβάνοβιτς μεταφέρεται με τη λεπτομέρεια και την ένταση που επιτρέπουν η εικόνα και το χρώμα. Μεταφέρονται, με πιστότητα νομίζω, ο έρωτας του Αλεξέι για μια γυναίκα, το πάθος του για τον τζόγο και  οι συνέπειες στη ζωή του, τα ανθρώπινα συναισθήματα και η απληστία όπως κορυφώνονται πάνω στο τραπέζι του τζόγου, η άνοδος και η κάθοδος των ανθρώπων όταν τους κυριεύει το πάθος. 




Ένα γύρισμα του τροχού κι όλα αλλάζουν!

Με πόση απληστία κοιτάζω τις μικρές στοίβες από χρυσά νομίσματα... 
... Σαν μικρούς καιόμενους σωρούς, πυρωμένα κάρβουνα...


Η ανάγνωση κυλά όμορφα, οι εικόνες περνούν σα σκηνές από κινηματογραφική ταινία με όλες τις λεπτομέρειες που χρειάζονται για να δώσουν το περίγραμμα της εποχής, του τόπου, της κατάστασης, των αισθημάτων που κυριαρχούν κάθε φορά, ενώ οι εναλλαγές στα χρώματα συμπληρώνουν την περιγραφή με την ένταση ή την ηρεμία που απαιτείται. Είναι ένα βιβλίο που θα το συνιστούσα για ανάγνωση, και μάλιστα σε νέους, και βέβαια σε όσους αγαπούν περισσότερη εικόνα και λιγότερο κείμενο (αλλά όχι μόνο).

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση
Με την ευκαιρία, αφού αναφέρθηκα στα Κλασσικά Εικογραφημένα, θα παραπέμψω σε μια σελίδα με τα εξώφυλλα όλων των τευχών, καθώς και σε μια παλιότερη συνέντευξη του σκιτσογράφου Soloup για τα ελληνικά κόμικς (είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο το βιβλίο του "Αϊβαλί").

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Το κάλπικο ζύγι, του Γιόζεφ Ροτ: τέλος μιας εποχής και αρχή μιας νέας εξορίας...



"... το τοπίο που σκιαγραφεί ο Ροτ, εκείνο των τελευταίων ετών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, δεν είναι παρά μια νέα Εξορία. Σαν μια Βαβυλώνα όπου αντηχούν οι σλαβικοί και βιβλικοί απόηχοι, φέρνοντας στο νου διάφορες παραδόσεις όπως και μια ατμόσφαιρα έσχατων ημερών, η Γαλικία είναι αιώνια, όμως και τοποθετημένη στον χρόνο, μεθόριος γη στα μετατοπιζόμενα σύνορα μεγάλων αυτοκρατοριών..."

Αυτό αναφέρει η Ariel Sion σε κείμενο που έγραψε για το αφιέρωμα στον Γιόζεφ Ροτ από το Cahier de l’Herne και δημοσιεύεται ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση (σε μετάφραση του Γιάννη Σιδέρη). Όχι τυχαία, τον αποκαλεί αυτοκράτορα της νοσταλγίας ο γνωστός Νοτιοαφρικανός συγγραφέας Τζον Κούτσι  σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο New York Review of Books το 2002. 

Και πράγμαται, το βιβλίο του Γιόζεφ Ροτ «Το κάλπικο ζύγι – Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών» (εκδ. Άγρα, 2017 σε μετάφραση Ηλιάνας Αγγελή) είναι θάλεγε κανείς μια τελευταία, νοσταλγική, παρουσίαση του γενέθλιου τόπου όπως τον γνώριζε, της Γαλικίας, στα "μετατοπιζόμενα" όρια Πολωνίας με Ουκρανία.

Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Άνζελμ Άιμπενσυτς, υπαξιωματικός που παραιτήθηκε από το στρατό γιατί του το ζήτησε η γυναίκα του (που δεν την αγαπούσε πάντως, έτσι τουλάχιστον έδειχνε) κι έγινε επιθεωρητής μέτρων και σταθμών. Δηλαδή, έλεγχε τα ζύγια των εμπόρων, γιατί όλο και κάποια πονηριά έκαναν για να βγαίνει όπως ήθελαν η ζύγιση, αλλά ποιος το καταλάβαινε (πόσες φορές δεν σκεφτόμαστε το ίδιο, ας πούμε σε ζυγαριές μικρεμπόρων με τα παλιά ζύγια, αλλά και σε μεγαλύτερες, τις πλάστιγγες, τις θυμάστε;).

... Όσο για τα μέτρα και τα σταθμά, οι ντόπιοι είχαν χρόνια να τα δουν στα μάτια τους, και μονάχα οι παλαιότεροι τα θυμούνταν ακόμα. Μονάχα ζυγαριές υπήρχαν. Ζυγαριές και τίποτε άλλο. Οι έμποροι μετρούσαν τα υφάσματα με τον πήχη του χεριού· άλλωστε, όλος ο κόσμος ξέρει ότι το αντρικό χέρι, από την κλειστή γροθιά ως τον αγκώνα, είναι ίσο με έναν πήχη, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Επιπλέον, όλος ο κόσμος ξέρει ότι ένα ασημένιο κηροπήγιο ζυγίζει μισό κιλό και είκοσι γραμμάρια, ενώ ένα μπρούτζινο κηροπήγιο ζυγίζει πάνω-κάτω ένα κιλό...


Χάρτης του Βασιλείου της Γαλικίας Ανατολικής Ευρώπης το 1914 (Πηγή)

Ο επιθεωρητής μετατίθεται στο Ζλότογκραντ, μια φανταστική ως προς την ονομασία περιφέρεια της Γαλικίας (ήταν κομμάτι σημερινής Πολωνίας και Ουκρανίας περιλαμβάνοντας Κρακοβία, Λβοφ κ.ά.), κάπου προς το τέλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Είναι άνθρωπος έντιμος, ηθικός, αδιάφθορος, αδέκαστος, αυστηρός, τυπικός στη δουλειά του. Έτσι ήταν τουλάχιστον στην αρχή. Μέχρι που επισκέφτηκε το καπηλειό στο Σβάμπυ και γνώρισε την όμορφη τσιγγάνα Ευφημία, ερωμένη του κάπελα (κακοποιού, διακινητή φυγάδων από τη Ρωσία).

Ο Ρότ περιγράφει τη σιγά-σιγά μετάλλαξη του Επιθεωρητή και παράλληλα τη ζωή των ανθρώπων στο χωριό και στην περιοχή, με τη φτώχεια, με τα κάλπικα ζύγια και τα άλλα κόλπα στις εμπορικές συναλλαγές, με τη χαρτοπαιξία, με τα αδιέξοδα και μια αίσθηση εγκατάλειψης και ανίας, με τους μικρο- και μεγαλο-απατεώνες, με τους λιποτάκτες από τη Ρωσία, με τη χολέρα και τα κόλπα των φυλακισμένων κακοποιών που επιστράτευσαν για να μαζεύουν τους νεκρούς, με το σπάσιμο των πάγων που σηματοδοτούν τον ερχομό της άνοιξης και της ελπίδας στα πρόσωπα των ανθρώπων. Και οι Εβραίοι της περιοχής. Ο συγγραφέας τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια (Εβραίος ο ίδιος), δυσκολεύεται ν' αποδεχτεί ο Επιθεωρητής την τιμωρία που αναγκαστικά τους επιβάλλεται όταν τους βρίσκουν κάλπικα ζύγια.

Όμορφες περιγραφές της φύσης, οι εναλλαγές, τα πουλιά, τα δέντρα, οι πάγοι που σπάνε, κι όταν σπάνε νωρίς ξεσπά η χολέρα, κι όταν παγώσει πάλι το κακό εξαφανίζεται...

... Ξάφνου, μες στη νύχτα, προτού ακόμα το καμπαναριό σημάνει μεσάνυχτα, ο Άιμπενσυτς άκουσε τον πάγο να σπάζει με εκκωφαντικό κρότο. Παρόλο που, όπως είπαμε, ήταν νύχτα, οι σταλακτίτες στις στέγες των σπιτιών άρχισαν μεμιάς να λιώνουν και να στάζουν βαριά στο ξύλινο πεζοδρόμιο. Σαν νυχτοπόρος αδελφός του ήλιου, ένας γλυκός και απαλός νοτιάς τους έκανε να λιώσουν. Σε όλα τα χωριατόσπιτα τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν διάπλατα· οι άνθρωποι φάνηκαν στα παράθυρα, ενώ πολλοί ξεχύθηκαν μάλιστα από τα σπίτια τους. Παγερά, λαμπερά και αιώνια, τα αστέρια κρέμονταν χρυσαφιά και ασημάνια στον αχνογάλανο ουρανό, μοιάζοντας να αφουγκράζονται από ψηλά το τρίξιμο και τη βοή από το σπάσιμο των πάγων...

Και η ανατομία της ψυχής των ανθρώπων, και οι αντιθέσεις, το καλό με το κακό, το ηθικό με το ανήθικο, το δίκαιο με το άδικο, το νόμιμο με το μη νόμιμο, που κάποτε όλα μπερδεύονται, ποιο το ένα ποιο το άλλο. Η Σιόν αναφέρει ότι ο μισός Δεκάλογος παραβιάζεται στο Κάλπικο ζύγι: υπάρχει φόνος, μοιχεία, κλοπή, ψευδομαρτυρία, επιθυμία για τη γυναίκα και τα αγαθά του άλλου.

Ας μην πω άλλα για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Η αφήγηση κυλά τόσο όμορφα, που αξίζει κανείς να το διαβάσει και ν' απολαύσει τις λεπτομέρειες της αφήγησης, αλλά και τις ομορφιές του κειμένου.

Κι εδώ, νιώθω την ανάγκη να υπογραμμίσω ότι οι ομορφιές αυτές δεν ξεπηδάνε μόνο από τον συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ, αλλά και από την εξαιρετική μετάφραση της Ηλιάνας Αγγελή. Φαίνεται και στα παραπάνω αποσπάσματα που παρέθεσα, αλλά πραγματικά ήταν απόλαυση το διάβασμα, όχι μόνο για τις ξεχωριστές λέξεις που διάλεγε η μεταφράστρια (π.χ. αλογολάτης), αλλά και για τη συνολική διατύπωση των προτάσεων που μερικές φορές ένιωθες μια ποιητική χροιά στα κείμενά της.

Όσο για τη συνολική εικόνα της έκδοσης, η Άγρα αποτελεί εγγύηση αισθητικής και ποιότητας περιεχομένου. Αν και θεωρώ γενικά υπερβολή την εμμονή στο πολυτονικό, εδώ εκτιμώ αυτή την ιερή προσήλωση που ακολουθεί πιστά, βλέποντάς την ως συμβολή στην ιστορική διατήρηση και συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και γραφής (πού αλλού θα δούμε βαρείες, περισπωμένες, ψιλές και δασείες;). Και βέβαια, οι πολύτιμες πληροφορίες για τον συγγραφέα, το Επίμετρο, οι φωτογραφίες, η Εισαγωγή αποτελούν χρησιμότατα βοηθήματα πλάι στο κυρίως κείμενο. Ας μου επιτραπεί και μια παρατήρηση σχετικά με τα κεφαλαία. Εάν δεν γνωρίζει ο αναγνώστης ότι π.χ. η μεταφράστρια ονομάζεται Αγγελή και όχι Αγγέλη (που επίσης υπάρχει ως επώνυμο), δεν υπάρχει πουθενά στο βιβλίο αυτή η πληροφορία. Και ενώ δεν έχω λόγο να παρέμβω στη μορφή εξωφύλλου κτλ. που επιλέγει κάθε εκδότης, θα ήθελα να επισημάνω ότι σε όλες τις ελληνικές εκδόσεις λείπει η εμφάνιση της τυποποιημένης εγγραφής του βιβλίου, όπως γίνεται σε εκδόσεις άλλων χωρών και που στην Ελλάδα καταρτίζεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη ή/και την Biblionet.

Σε κάθε περίπτωση, το Κάλπικο ζύγι είναι η εικόνα ενός κόσμου τότε που έφευγε, μα μήπως και η εικόνα ενός κόσμου που όλο και κάπου συναντάμε και σήμερα;

Ο Ροτ με τη γυναίκα του Φρήντλ το 1925 στη Νότια Γαλλία. Η Φρήντλ το 1928 τρελάθηκε,
νοσηλεύτηκε σε διάφορα ιδρύματα και το 1940 υποβλήθηκε σε ευθανασία από τους Ναζί  (Πηγή)