Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος Σικελιανός και τα παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίησή του



Χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα,
όσα σωρεύει το πουλί στου δάσου τη μαυρίλα

και πηγαινόρχεται αστραπή, στη γη ν' αδράξει κάτου
μια λαμπερή αλογότριχα, λίγο μαλλί προβάτου!

Έτσι αρχίζει το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού, το "δυσκολότερο ποίημα στην ελληνική γλώσσα", όπως είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης, το "μεγαλύτερο (με τις δυο σημασίες) ή ωραιότερο ποίημα", όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στον Πρόλογο της Ανθολογίας που επιμελήθηκε και κυκλοφόρησε ο Ίκαρος το 1998. Αναλύοντας την άποψή του για το ποίημα και τις δυσκολίες του, ο Λορεντζάτος αναφέρεται στη γλώσσα και πώς αυτή μεταφέρει, αν μεταφέρει, όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης όταν μεταφράζεται, δίνοντας μάλιστα και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μετάφραση των παραπάνω στίχων στα γαλλικά από έκδοση του 1944 (που είχε γίνει με τη βοήθεια του Τάκη Παπατσώνη). 

Flocons, duvets, graines ailées, brindilles, petites feuilles,
tout le butin de l' oiseau sillonant comme l
' éclair

l' obscurité de la forêt pour dérober, rasant le sol,
un brin brillant de cheval, un brin, de laine de brebis.

Γράφει:

Η μετάφραση αυτή αποτελεί μια απόδειξη πως ο Σικελιανός, όπως και ο Σολωμός, δε μεταφράζονται. Μπορείς να μεταφράσεις το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα της γλώσσας τους. Τόσο ταυτισμένοι βρίσκονται με το πνεύμα της γλώσσας της ελληνικής. Κάθε γλώσσα, σε ορισμένες κορυφαίες στιγμές της, εκφράζει ένα πνεύμα αποκλειστικά δικό της, που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Καμιά μεταφραστική δεινότητα δεν μπορεί να μεταφέρει τότε, μαζί με το γράμμα ή τις λέξεις, και το πνεύμα της γλώσσας αυτής σε άλλη γλώσσα. Κάθε γλώσσα είναι, από την άποψη αυτή, ένας κόσμος χωριστός...

Δυο κόσμοι χωριστοί για τον Λορεντζάτο οι στίχοι του Σικελιανού και οι μεταφρασμένοι στην άλλη γλώσσα, τόσο μάλιστα που "όσο κοντύτερα πηγαίνομε στο γράμμα, τόσο χάνομε το πνεύμα". Παιχνίδια παράξενα μας παίζουν οι λέξεις, λέει. 

Αλλά, ας αφήσουμε την ανάλυση αυτή κι ας χαρούμε το ίδιο το ποίημα, που το νόημα του "δε μαθαίνεται με νήμα λογικό, μαθαίνεται με την αγάπη και το δόσιμο, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ωσότου η αρχή του, το Χνούδια και πούπουλα, αφομοιωθεί, μια μέρα, και γίνει αυτοματισμός..."

...................
Και ιδές... Ανθοί αναπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·

στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,

και μια ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τ' άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·
..........................
Τ' άσωτου γύρα μου καημού κι αν αργοσβηέται η μνήμη,
σαν η σελήνη που απ' αυγής, αχνόθωρον ασήμι,

μες στη γαλάζιαν άβυσσο της μέρας απομένει
από τον κόσμο ακοίταχτη κι απολησμονημένη,

μικρούλα πνοή, τον πρώτο αφρό στα πέλαα που σηκώενι,
πλατιά ανοιγμένα τα φτερά μεσούρανα μου ορθώνει!
..........................

Παιχνίδια με τις λέξεις. Με τα γράμματα και με τα νοήματα. Πλούτος και αφθονία λέξεων. Όπως το βλησίδι, ακριβώς έτσι το ορίζει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στο γλωσσάρι που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Λέει ο ποιητής:

Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·
εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!

Ο Σαραντάκος περιλαμβάνει το βλησίδι στις "Λέξεις που χάνονται", ενώ παραπέμπει σε αποσπάσματα που το έχει συναντήσει από κείμενα των Μακρυγιάννη, Καρκαβίτσα και Βλαχογιάννη. Η αλήθεια είναι ότι δεν το βρήκα στα λεξικά Μπαμπινιώτη και Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη), ενώ περιέχεται στα λεξικά Δημητράκου και Πάπυρου και ορίζεται ως θησαυρός, πλούτος, κόσμημα, αφιέρωμα. Η γραφή του είναι με ήτα, βλησίδι, προερχόμενο από το βάλλω, στον Πάπυρο αναφέρεται και ο τύπος με ύψιλον, βλυσίδι, ως υποκοριστικό του αρχαίου βλύσις (ανάβλυση), χωρίς όμως να επικρατεί.

Το λήμμα για το βλησίδι στο Λεξικό Δημητράκου

Παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίηση του μεγάλου Άγγελου Σικελιανού. Εκείνου, που στις 28 Φλεβάρη του 43 αναφώνησε πάνω από το φέρετρο του άλλου μεγάλου Κωστή Παλαμά "Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στις 19 Ιουνίου 1951. 

Γλυκό μου εσύ μνημόσυνο, πένθος χαρμόσυνό μου,
την ώρα τούτη, ά, πώς κρατώ σφιχτά τον ουρανό μου!


Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

10 Ιουνίου 1944 στα μαρτυρικά χωριά Δίστομο, Οραντούρ και Μαρσουλά





Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Δίστομο οι Γερμανοί σκότωσαν 228 κατοίκους του, 53 παιδιά κάτω των 16, 58 άντρες και 117 γυναίκες, ενώ συνολικά στην περιοχή τα θύματα έφτασαν τους 600, αφού η θηριωδία τους δεν είχε σταματημό.


Τα πεντάχρονα δίδυμα αδελφάκια Barbe ήταν ανάμεσα στα θύματα
της ναζιστικής θηριωδίας στο χωριό Μαρσουλά της νότιας Γαλλίας

Ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο όταν στο χωριό Marsulas (Μαρσουλά) της νότιας Γαλλίας οι Γερμανοί σκότωσαν 27 αθώους κατοίκους του, 11 παιδιά, 6 γυναίκες και 10 άντρες.



Σε δέκα επιμνημόσυνες πλάκες καταγράφονται όλα τα ονόματα και οι ηλικίες των θυμάτων.
Επιπλέον χωριστές πλάκες με τα ονόματα των Εβραίων και των προσφύγων από Αλσατία και αλλού.

Και ήταν 10 Ιουνίου 1944 ημέρα Σάββατο, λίγες ώρες αργότερα μετά τη σφαγή στο Μαρσουλά, όταν στο χωριό Oradour-sur-Glane (Οραντούρ), 280 χιλιόμετρα μακριά, κοντά στη Λιμόζ, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 642 ανθρώπους, άντρες γυναίκες και παιδιά!

Τρεις οι μαζικές εκτελέσεις αθώων ανθρώπων από τους Γερμανούς Ναζί την ίδια μέρα σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης. Τρία τα μαρτυρικά χωριά, ένα ελληνικό και δύο γαλλικά,  που έζησαν, μέσα στην ίδια μέρα, φριχτά εγκλήματα πολέμου. Ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας!

Αιωνία τους η μνήμη! 

Η μνήμη πάλι,  η μνήμη και οι μνήμες. 

Λέμε συχνά ότι δεν έχουμε μνήμη ή ότι έχουμε κοντή μνήμη. 

Ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ γράφει για τους πολέμους της μνήμης ("Οι πόλεμοι της μνήμης: Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία", Νεφέλη 2008) και συνδέει την εξόντωση της μνήμης με την εξόντωση της αξιοπρέπειας εκατομμυρίων θυμάτων, "με πρόθεση να προλειάνει το έδαφος για ενδεχόμενη «βελτιωμένη» επανάληψη των φασιστικών εγκλημάτων".

Η Ποθητή Χαντζαρούλα, σε κείμενο που δημοσιεύει στο περιοδικό Χρόνος (τ. 9, Ιαν. 2014) με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί: Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά;", μας παραπέμπει στον Πρίμο Λέβι και στο βιβλίο του "Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν" (Άγρα, 2000), "εμποτισμένο στη μνήμη και ταυτόχρονα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον", με το οποίο θέλει να μας πει ότι "η συμπεριφορά μας πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο από τη γνώση του φρικτού παρελθόντος αλλά και από τη γνώση ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε".

Μήπως αυτές οι δυνατότητες είναι πράγματι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε; 
Όταν μιλάμε για το αυγό του φιδιού, αλήθεια ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε;

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ενοχή μα κι ελπίδα δίχως τέλος: Στα βαθιά, η νέα ποιητική συλλογή της Αιμιλίας Παπαβασιλείου



Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.

Με αυτό το μότο ξεκινά την τελευταία ποιητική της συλλογή Στα βαθιά (Γαβριηλίδης, 2017) η Αιμιλία Παπαβασιλείου. Το πρώτο ποίημα το ονομάζει "Χειμώνας στην πόλη" και το αφιερώνει στη μνήμη του Χανιώτη ποιητή Γιώργη Μανουσάκη που έφυγε μέσα στο καταχείμωνο, Φεβρουάριο του 2008:

Χειμώνας και αγωνίζεσαι
το βάρος τ' ουρανού να αντέξεις
και των κυμάτων τη σφοδρή επέλαση.
........................................

Και τι όμορφα που περιγράφει την πόλη το χειμώνα, την πόλη της, την πόλη μας, τα Χανιά

Σαν πλοίο τρικάταρτο
με το φάρο, το μιναρέ και το καμπαναριό σου...

Ακολουθεί το ποίημα Η Καταιγίδα"

Περαστικό μπουρίνι, σκέφτηκαν πολλοί.

Όμως, τα ποιήματα  της Αιμιλίας δεν είναι περιγραφές της πόλης και των φυσικών φαινομένων της· οι εικόνες της είναι περιγραφές συναισθημάτων, καταστάσεων, είναι αγωνίες, θραύσματα από βεβαιότητες που έγιναν αυταπάτες, είναι διαψεύσεις ονείρων κι εξομολογήσεις για τη "δίχως τέλος ενοχή". 

Τυφλοί και ανυποψίαστοι
μες στη ραστώνη του καλοκαιριού
δεν είδαμε τα σύννεφα...

Λόγος μεταφορικός, υπαινικτικός, επικαλούμενος κάποτε την ήττα· κι όταν μια σταλιά ελπίδας δείχνει να ξεπροβάλει, αυτή ήταν ψεύτικη, απάτη των ματιών, μια αυταπάτη...

Να τώρα, κάτι άρχισε να φαίνεται
αυτό εκεί που πρασινίζει,
εκείνο εκεί...
Τι κρίμα, ήταν μια πράσινη κλωστή, μια αυταπάτη.

Η ποίησή της θυμίζει τον Τάσο Λειβαδίτη κι ακόμη περισσότερο τον Μανόλη Αναγνωστάκη, οι παραπάνω στίχοι μου 'φεραν στο νου το ποίημα του τελευταίου "Στ' αστεία παίζαμε"  (Στ' αστεία παίζαμε!/.../Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας/Κλέφτες!/Στα ψέματα παίζαμε!)

Διαβάζω την απογοήτευση στα ποιήματα της Αιμιλίας, στα βαθιά μέσα της σα να έχει φωλιάσει η στενοχώρια, ο προβληματισμός για το μάταιο, το άδικο, το απατηλό. Στενοχώρια φέρνουν και σε μας οι στίχοι της όταν λέει

Αγιάτρευτες απώλειες και αποχωρισμοί,
Πένθη βαριά που πνίγονται μέσα σε άλλα πένθη
.......................................
"Δεν χάσαμε" σου λέγανε.
"λάθος δεν κάναμε ποτέ..."

Το δεύτερο μότο στη μέση της συλλογής δείχνει σα να θέλει να ξανασκεφτεί, να δει και την άλλη όψη των πραγμάτων, ν' ανασυντάξει όσα μπερδεμένα σκοτίζουν το νου και την καρδιά της.

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Ψάχνει τον αντίλογο

Πόσες φορές έχει σημάνει συναγερμός.
Πόσες φορές γκρεμίστηκε και φτιάχτηκε ο κόσμος.

Ομορφιά, επιμονή, οργή, ευθύνη, έρωτας, ποίηση, ιστορία, ζωή· κι ελπίδα δίχως τέλος κι έτσι τελειώνει 

Όσο ελπίζω δρω.
Απελπισμένη γράφω.
Με τη γραφή ανασυντάσσομαι.

Όσο ελπίζω, γράφω.


Ξεχωριστά και ιδιαίτερα παρών ο πατέρας της κι εδώ:

Εσένα σκέφτομαι, πατέρα, που έλεγες
"Φοβόμουν αλλά έπρεπε,
δεν είναι ζωή η ανυποληψία"...

και οι πληγές, ο τρόμος, το κακό, η μετριότητα, ο φόβος, οι κλέφτες που έμπαιναν στο σπίτι και ο πατέρας έκλαιγε

Κεφάλι χωρίς συνέχεια,
αυθύπαρκτο και ζωντανό.
Όπως του Άρη και της Κλάδου...

Κάθε ποίημα και αφορμή για κουβέντες και αναστοχασμούς

μέσα στο μίξερ των ιδεών
στις συμπληγάδες της συνεννόησης

Ευτυχώς Αιμιλία, αγαπημένη μου Έμμυ, 
ευτυχώς, λέω γω, και συνεχίζω,
που η ελπίδα δεν έχει τέλος, 
προπαντός.