Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Το Σχέδιο, της Κατερίνας Μαλακατέ




Παρακολουθώ την Κατερίνα Μαλακατέ μέσα από το ιστολόγιό της Διαβάζοντας, ένα κατεξοχήν βιβλιοφιλικό και ενημερωτικό γύρω από τη λογοτεχνία ιστολόγιο. Έτσι, αφού διάβασα το τελευταίο βιβλίο της, το Σχέδιο (Μελάνι, 2016), θεώρησα ενδιαφέρον να μοιραστώ λίγα σημεία που ξεχώρισα και σκέψεις που γεννήθηκαν τελειώνοντάς το. Δεν αποτελεί κριτική το κείμενό μου, εξάλλου δεν κάνω κριτική, δεν ξέρω να κάνω κριτική, παρουσίαση κάνω ως αναγνώστρια, επισημαίνοντας κάποια σημεία ή απλά μεταφέροντας εικόνες και, γιατί όχι, ιδέες ανάγνωσης.

Το Σχέδιο διαβάζεται, έχει ροή, έχει υπόθεση, έχει φαντασία, επινοεί φανταστικές καταστάσεις, μερικές φορές θα έλεγα περισσότερο από όσο εγώ προσωπικά θα ήθελα να βρω διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο. Αλλά αυτό είναι θέμα γούστου. Το ίδιο ένιωσα όταν διάβασα την Άκρα ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, που τόσο μου αρέσει ως συγγραφέας. (Θεώρησα τότε υπερβολική έως ακραία την ιστορία των δύο ηλικιωμένων γυναικών να είναι χαμένες ένα ολόκληρο μήνα στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, η γραφή εξακολουθούσε να είναι το ίδιο πλούσια, στιβαρή, «γαλανακική»!). Το ίδιο ένιωσα όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβαζα τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελμπέκ. (Τι μας περιγράφει τώρα τη ζωή όπως θα είναι μετά από δεκαετίες, φουλ στην τεχνολογία, σκεφτόμουν τότε, και να σκεφτεί κανείς πως σπούδασα μηχανικός, εφάρμοσα και χρησιμοποιώ τις νέες τεχνολογίες στην πράξη από την αρχή, δηλαδή εδώ και δεκαετίες, μήπως τελικά δικό μου είναι το πρόβλημα;). 

Τι είναι το Σχέδιο της Μαλακατέ; Είναι ψυχολογικό και πολιτικό θρίλερ, μυθιστόρημα που κινείται στη χώρα του φανταστικού ή μυθιστόρημα που εντάσσεται στη λογοτεχνία της κρίσης; Είναι όλα αυτά θα έλεγα, αλλά, τελικά, έχει σημασία ο χαρακτηρισμός; Ας αφήσουμε τους θεωρητικούς να το κατατάξουν όπως νομίζουν. 

Δύο είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές. Ο Χάρης, πολύ γνωστός συγγραφέας που μεταναστεύει στο Παρίσι (μου θύμισε εικόνες για τις σχέσεις συγγραφέων με εκδότες και ατζέντηδες, όπως τις περιγράφει και ο Βασίλης Αλεξάκης στις Ξένες Λέξεις) και ο Χρήστος ο πατέρας του Χάρη, συνταξιούχος καθηγητής που μετά τη σύνταξη φεύγει στο χωριό. Βασικό πρόσωπο και η κόρη του Χάρη, η Ευγενία, ίσως το πλέον εμβληματικό πρόσωπο του έργου, εκπροσωπεί τον νέο άνθρωπο, με τα αδιέξοδα, τις ανασφάλειες μαζί με βεβαιότητες, τους φόβους, τους αποκλεισμούς, τις αντιστάσεις, τις προσδοκίες, τις εκρήξεις, τα όνειρα, τις αυταπάτες (ας μη μας φοβίζουν οι λέξεις). Κι από κοντά τα άλλα πρόσωπα, η Κάτια, η Ξανθή, η Βιβιέν και άλλα, είναι αρκετά τα πρόσωπα που περνούν στο έργο, όλα έχουν ρόλο, έχουν τη θέση τους στην ιστορία και τελικά στο Σχέδιο. 

Και ποιο είναι αυτό το Σχέδιο; Ας μην το αποκαλύψω. Ένα σημείο μόνο θα αναφέρω, την πρόσκληση στους διανοούμενους να σώσουν την Ελλάδα από τη φασιστική χούντα που έχει εγκατασταθεί στη χώρα με επικεφαλής τον Κυβερνήτη, τον Ένα, τον αόρατο και χωρίς όνομα. Άραγε θα έλθουν οι διανοούμενοι από το εξωτερικό; Άραγε θα μπορέσουν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα; Μέσα από τη φανταστική αλλά πλούσια σε περιεχόμενο πλοκή που επιλέγει η Μαλακατέ, αναρωτιέμαι κι εγώ: άραγε, μπορούν οι διανοούμενοι να σώσουν τη φτωχή Ελλάδα;

Και όχι μόνο αυτό. Το βιβλίο της Μαλακατέ είναι παράξενο ως προς την ιδέα του Σχεδίου που το εντάσσει όντως στη λογοτεχνία του φανταστικού (όσο μπορώ να το κρίνω), μέσα όμως από την πλούσια πλοκή και τις λεπτομερείς περιγραφές περνάνε και πολλά άλλα ζητήματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η οικογένεια, η κρίση, οι άστεγοι και οι αποκλεισμένοι από το σύστημα, η ζωή στην πόλη και η ζωή στο χωριό, το Παρίσι, η Πελοπόννησος (μήπως τόπος με ιδιαίτερες μνήμες για τη συγγραφέα;). 

Στα κεφάλαια εναλλάσσονται οι δύο πρωταγωνιστές, ο Χάρης και ο Χρήστος ο παππούς της Ευγενίας, κάθε κεφάλαιο αρχίζει από κει που έμεινε το προηγούμενο, είναι κάτι που το περιμένεις να γίνει έτσι, σου αρέσει. Είναι μια τεχνική που βρίσκω και σε άλλα μυθιστορήματα και που αφήνει τον αναγνώστη σε διαρκές ενδιαφέρον για τη συνέχεια και την εξέλιξη της ιστορίας (θυμάμαι π.χ. το Παγοδρόμιο του Μπολάνιο, αλλά και το Θυμάμαι της  δικής μας Βασιλικής Πέτσα).

Καλή ανάγνωση λοιπόν!

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά, του Λάκη Παπαστάθη



Χείμαρρος ο λόγος του Λάκη Παπστάθη στη συζήτηση που έγινε μια βραδιά του Μαρτίου στη Βιβλιοθήκη του Αετοπούλειου στο Δήμο Χαλανδρίου. Με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο του "Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά" (Πόλις, 2014), μας μίλησε και για τί δεν μας μίλησε. Χωρίς σταματημό οι διηγήσεις του. Έγραφε για τη Λαμπέτη στο βιβλίο, ζητούσες να πει δυο λόγια, άρχιζε και δεν τελείωνε, το ίδιο για τον Ελύτη, για το Βιζυηνό, για το Μόραλη, για το Θεόφιλο, για το Στέρη. Ο Γεράσιμος Στέρης είναι για τη ζωγραφική ό,τι ο Ελύτης για τα γράμματα, είπε, και πώς ζωγράφιζε τη θάλασσα, έλεγε με άπειρο θαυμασμό και σ' έβαζε και σένα στον όμορφο κόσμο του Έλληνα ζωγράφου.

Το βιβλίο περιέχει μια σειρά από μικρές ιστορίες. Μαθήματα δραματικής αφήγησης, μαθήματα σκηνοθεσίας ή μαθήματα ζωής; Όλα μαζί, γεμάτα ομορφιά, ευαισθησία, ανθρωπιά, ιστορική συνείδηση, αγάπη, γνώση. Θαρρείς είναι μαθήματα για τους μαθητές του της δραματικής σχολής, που όμως δεν είναι ή μπορεί και να είναι μαθήματα για μαθητές όποιας δραματικής σχολής, αλλά και για όλους μας. Στο τέλος κάθε ιστορίας, δίνει ασκήσεις για τους υποτιθέμενους μαθητές, παίξτε το έτσι, πώς νομίζετε ότι, γιατί άραγε έτσι, φανταστείτε ότι κτλ...

Και ποια ιστορία να ξεχωρίσω; Την ιστορία "Η διαδρομή μιας μελωδίας", όπου περιγράφει πώς γεννήθηκε το ζεμπέκικο της Ευδοκίας στην ταινία του δασκάλου του Αλέξη Δαμιανού; Την ιστορία "Η πλάτη στον κινηματογράφο", που φέρνεις διαβάζοντάς το εικόνες οπού δεν βλέπεις πρόσωπο, μόνο πλάτη. Και τόσες άλλες ιστορίες, και μπαίνεις στον κόσμο του κι αγαπάς κι εσύ το σινεμά, έτσι, χωρίς λόγια, μόνο με τις εικόνες που σου περιγράφει στις ιστορίες του ο δάσκαλος.


Αξίζει να διαβαστεί και το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη "Ο νεοελληνικός διχασμός και το μυστήριο της τέχνης: Ξαναβλέποντας δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη". Σε δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, με αναφορά στις ταινίες "Τον καιρό των Ελλήνων" και "Θεόφιλος", ο Κιουρτσάκης αναλύει τις αντιλήψεις και τη ματιά του Παπαστάθη για το διχασμό που βιώνουν οι Έλληνες στο διάβα της ιστορίας τους.

Και μην ξεχάσουμε. Ο Λάκης Παπαστάθης είναι ο εμπνευστής της σπουδαίας σειράς της δημόσιας τηλεόρασης Παρασκήνιο. Ποιος λέει πως, αν θέλουμε, δεν παράγουμε Πολιτισμό;


Γεράσιμος Στέρης, Ακρογιάλι πριν 1963 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ελληνικό λαϊκό τραγούδι, πριν 1944 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Γεράσιμος Στέρης, Ομηρικό ακρογιάλι π. 1930 (Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη)

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, της Ελένης Γιαννακάκη: για τις μανάδες και τα γηρατειά


Ένας μακρύς μονόλογος το βιβλίο όλο. Ο μονόλογος μιας ηλικωμένης γυναίκας, της Δήμητρας, που έχει άνοια και που βρίσκεται σε οίκο ευγηρίας, σε "ίδρυμα".

Αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη με τον χαρακτηριστικό, ταιριαστό τίτλο "Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο"  (Πατάκης, 2016). Μέσα από το λόγο της Δήμητρας που ρέει ακατάπαυστα, χωρίς σταματημό, περνά η ζωή της όλη και η ζωή της μάνας της και η ζωή της οικογένειάς της και η ζωή στη γειτονιά που γεννήθηκε στην Κοκκινιά και η ζωή της Ελλάδας με το μοίρασμα των αθρώπων, εγώ από δω εσύ από κει, εγώ αριστερός εσύ δεξιός, εγώ γραμματιζούμενος εσύ αμόρφωτος, εγώ νέος εσύ γριά...

Έχει άνοια η Δήμητρα, δεν καλοθυμάται, κυρίως ξεχνά τα κοντινά, πάει να πει κάτι και η λέξη μένει στη μέση. Τα παλιά πώς τα θυμάται όμως... Και συνεχίζει την κουβέντα, την ιστόρηση της ζωής της, πώς ήταν η μάνα της κι ο πατέρας της, πώς βρεθήκανε και ταιριάξανε, πώς ήταν οι κολλημένες αντιλήψεις στους παλιούς (μόνο;), αυτή από δεξιά οικογένεια, τρόπος του λέγειν δεξιός ο πατέρας της, ένα μάλαμα ήταν, έτσι τον θυμάται, και που έφυγε άδικα των αδίκων. Και παρότι από δεξιά οικογένεια έκανε μαθήματα στα παιδιά των αριστερών της γειτονιάς, μαθηματικός σπούδασε η Δήμητρα, και χωρίς χρήματα παρακαλώ τα μαθήματα. Και τα 'φερε η τύχη κι αγάπησε και παντρεύτηκε τον αριστερό, Άγγελος ήταν τ' όνομά του, άγγελος όνομα και πράμα, άγγελος με αξιοπρέπεια και τσαγανό, κρίμα που έφυγε νωρίς ο Άγγελος. Και η γειτονιά στην Κοκκινιά, εκεί της καθόταν, την άφησε τη γειτονιά, δεν την άντεχε. Και τα παιδιά της, ο Απόστολος, η Μαρία, έρχεται η Μαρία καμιά φορά και την βλέπει, να τώρα την περιμένει ...

Η Μαρία, Να με πάρει από δω. Μόνο αυτή! Δεν έχω άλλονε κανένα...

- Μαρία πού είσαι; Δε σε βλέπω, Μαρία... Πού μ' αφήνεις, παιδί μου, πού;

Ξεχνά η Δήμητρα. Έχει κενά.

Η μνήμη, αχ αυτή η μνήμη! Ευχή και κατάρα! Παράδεισος και κόλαση μαζί! ... 
Ορίστε, πάλι δε θυμάμαι, αχ, γιατί; γιατί δε θυμάμαι; Κι ούτε θυμάμαι πια τι έλεγα μόλις πριν, από πού ξεκίνησα...

Χωρίς διακοπές ο μονόλογος της Δήμητρας. Χωρίς παραγράφους το κείμενο της Γιαννακάκη. Ή μάλλον, αλλάζει παραγράφους όταν έχει διαλόγους, δηλαδή όταν κάτι διακόπτει τη ροή της αφήγησής της και την αναγκάζει να παρέμβει, να παραπονεθεί, να ζητήσει κάτι. Πάλι, μόνο οι κουβέντες της Δήμητρας στους διαλόγους, πρωταγωνίστρια και μοναδική ηρωίδα.

- Μη, πιο σιγά, πονάω, πιο σιγά... όχι άλλο, όχι αυτό το σφουγγάρι... πονάει... Με γδέρνετε ... Θα ματώσω...

...................

- Κοπέλα; Καλέ κοπέλααα; ... Δεσποινίιις;

...................

- Ναι, ναι, να πάμε σιγά σιγά, τόση ώρα κάθομαι, κουράστηκα...


Σε ίδρυμα για ηλικιωμένους η Δήμητρα. Δεν της αρέσει, όχι ότι δεν έχει πού να πάει, αλλά τι να κάνει, δεν τ' ομολογεί σε  κανένα...

... όσο κι αν με πειράζει που το λέω, στον εαυτό μου βέβαια μόνο το λέω κι όχι παραέξω, πού να το πω και να μην ντραπώ;, να ρεζιλέψω τα παιδιά μου; ποπόοο! Ε, τι να γίνει, δε μας θέλουνε πια, αυτό είν' όλο. Δε μας θέλουνε τα παιδιά μας!
...
Έχω απομείνει όμως κι εγώ σαν βάρος που κανείς τους δε θέλει να σηκώσει. Είμαστε βάρος ασήκωτο πια...

Πολύ γριά πια η Δήμητρα. Δεν είναι δα κι εκατό. Μα πόσο είναι δε θυμάται πια. Σε λίγο δε θα ξέρει ποια είναι κι από πού έρχεται.

Αχ, κακό πράγμα τα γηρατειά, κακό γι΄άλλους πιο πολύ και γι' άλλους πιο λίγο. Τουλάχιστον να μπορούσα να περπατήσω καλύτερα... Αχ, που μ' άρεσε να βλέπω και να ζω πράγματα όσο μπορούσα.... Και πόσο μου άρεσε να ταξιδεύω... να βλέπω τοπία και πράγματα, να μαθαίνω, φτερά είχα στα πόδια μου...

Κι όλο θυμάται τη δική της μάνα, που τη γηροκόμησε όμως, αλλά της φώναζε πολύ, κι αυτή η καημένη κάθε τόσο

άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δώστου άνθρωπος είμαι κι εγώ!

Δύσκολο το θέμα στο βιβλίο της Γιαννακάκη, βασανιστικό, οι περιγραφές της τόσο αληθινές, διπλανές, κοντινές, μέσα σου, μιλούν για τη γειτόνισσα που θυμάσαι στην καλή χαρά και τώρα νάναι αλλαγμένη από το βάρος των δεκαετιών, βλέπεις στη Δήμητρα τη μάνα σου που τη νίκησε ο πολυχρόνης, έτσι έλεγε πριν ξεχάσει τις λέξεις, βλέπεις τον εαυτό σου, την αδελφή σου, τη φίλη σου, την κόρη σου, κάνεις προβολές και σα να τρομάζεις. 

Η Γιαννακάκη δεν το 'γραψε για να μας τρομάξει βέβαια, έτσι νομίζω, δεν ξέρω αν ήταν προσωπική ανάγκη και βίωμά της, όμως νιώθω περισσότερο πως είναι μια έκφραση αυτού του φόβου για τα γηρατειά και μια ευκαιρία να τον δούμε κατάματα, δεν είμαστε δα και ... οι Πήτερ Παν. Και όχι μόνο αυτό. Τα λόγια της είναι ας πούμε και μια ευκαιρία να δούμε τη μεριά των ανθρώπων όταν γεράσουν, όταν γίνονται ανήμποροι και εξαρτημένοι.

Ανήμπορη κι εξαρτημένη η Δήμητρα, πώς να συμφιλιωθεί όμως και με τα γερασμένα χέρια;

Σιχαίνοµαι τα γερασµένα χέρια. Τα χέρια πιο πολύ από άλλα µέρη του σώµατος. Φυσικά και το πρόσωπο, δε λέω ... 
Αλλά µε τα χέρια είναι αλλιώς. Γιατί τα χέρια είναι κάτι σαν... πώς να το πω;, σαν... σαν τις κεραίες, σαν γέφυρες είναι που σε φέρνουνε πιο κοντά µε όλα γύρω σου, ανθρώπους και πράγµατα. Να, τα χέρια σ’ αγγίζουνε, σε χαιρετούν, σ’ αγκαλιάζουν, σε χαϊδεύουνε ή και σε δέρνουν. Τα χέρια σού µιλούνε ακόµη κι όταν το στόµα είναι κλειστό.

Πώς θυμάμαι εκείνη την άλλη ηλικιωμένη του Μιχάλη Γκανά στο Γυναικών, που θέλει να χαϊδέψει τα χέρια της, μα ντρέπεται γριά γυναίκα, αλλά και την Καλοβασίλαινα στο "Τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας" της Νίκης Τρουλλινού με τα σημάδια του χρόνου στα κότσια των κοκάλων στις άκρες...

Α ρε μαμά, ακούω στο Δεύτερο πρόγραμμα τη φωνή του Παπακωνσταντίνου* να τραγουδά για τη μαμά, μέρα της μητέρας λέει σήμερα:

Έβαζες ψεύτικες φωνές, 
γελούσες κι έκανες πως κλαις 
κι εγώ παιδί 
Α ρε μαμά 
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή 
με ένα πιάτο και μια ευχή
.....................................

----------------------------------------------------
* και τι ωραία έντυσε με ελληνικούς στίχους ο Οδυσσέας Ιωάννου το τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ La mamma...

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Ο Πήτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ και ο πόνος της παιδικής ηλικίας




Όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μεγαλώνουν. Μαθαίνουν από νωρίς ότι θα μεγαλώσουν και νά πώς το έμαθε η Γουέντυ: Μια μέρα, όταν ήταν δυο χρονώ, έπαιζε σ' έναν κήπο, κι έκοψε ακόμα ένα λουλούδι και το πήγε τρέχοντας στη μητέρα της. Μάλλον πρέπει να έδειχνε τρισχαριτωμένη, γιατί η κυρία Ντάρλινγκ έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς της και φώναξε: "Αχ, γιατί να μη μείνεις έτσι για πάντα!" Αυτό ήταν όλο κι όλο που συνέβη μεταξύ τους σχετικά με το ζήτημα αυτό, κι από τότε έμαθε πια η Γουέντυ ότι πρέπει να μεγαλώσει. Πάντα το ξέρεις όταν περάσεις τα δύο. Τα δύο είναι η αρχή του τέλους...

Είναι η αρχή του διάσημου παραμυθιού "Πήτερ Παν ή το παιδί που αρνιόταν να μεγαλώσει" (του Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, από τις εκδόσεις Άγρα, 1987, σε μετάφραση Βασίλη Βασικεχαγιόγλου και εικονογράφηση από τον Edward Ardizzone με τις εξαιρετικές σαν γκραβούρες ζωγραφιές του).

Κι όταν περιγράφει τη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, πώς μας ταξιδεύει...

... η Χώρα του Ποτέ-Ποτέ είναι πάντοτε λίγο πολύ ένα νησί, με εκπληκτικές χρωματιστές πιτσιλιές εδώ κι εκεί, και υφάλους με κοράλλια, και ένα πειρατικό πλοίο στ' ανοιχτά, και άγριες φυλές και μοναχικές φωλιές αγριμιών, και στοιχειά που είναι τα περισσότερα, και σπηλιές που ανάμεσά τους τρέχει ένας ποταμός, και πρίγκηπες με έξι μεγαλύτερους αδελφούς, και μια αχυρένια καλύβα που γρήγορα θα σαπίσει, και μια μικροσκοπική γριούλα με γαμψή μύτη....
Ασφαλώς οι Χώρες του Ποτέ-Ποτέ διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Του Τζων, για παράδειγμα, είχε μια λιμνούλα με φλαμίνγκο, που πετούσαν από πάνω της και που τα πυροβολούσε ο Τζων, ενώ του Μάικλ, που ήταν μικρός, είχε ένα φλαμίνγκο με λιμνούλες που πετούσαν από πάνω του....


Κι όταν η Γουέντυ κάνει λόγο στη μαμά της, την κυρία Ντάρλινγκ, για ένα αγόρι τον Πήτερ, τον Πήτερ Παν, αυτή παραξενεύτηκε, κάπου θυμήθηκε αμυδρά έναν Πήτερ Παν από την παιδική της ηλικία, που έλεγαν  ότι ζούσε με τ' αερικά.

"Θάναι μεγάλος τώρα πια" είπε στη Γουέντυ.
"Α όχι, δεν είναι μεγάλος", τη διαβεβαίωσε η Γουέντυ εμπιστευτικά, "και ίσα ίσα που είναι σαν κι εμένα".

Και η ιστορία συνεχίζεται, η Γουέντυ μεγαλώνει, γίνεται μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, και όταν άναψε το φως και την είδε ο Πήτερ, έβγαλε μια κραυγή πόνου.

"Είμαι μεγάλη, Πήτερ. Είμαι μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από είκοσι. Μεγάλωσα από καιρό".
"Υποσχέθηκες να μη μεγαλώσεις".
"Δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς. Είμαι παντρεμένη γυναίκα, Πήτερ".

Η θλίψη αρχίζει να μεγαλώνει και μέσα μας. Ο Πήτερ Παν γύρισε για τη μητέρα του, λέει, για να την πάρει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ. Έχει ανάγκη από μια μητέρα, λέει η Τζεην. Σηκώθηκε στον αέρα ο Πήτερ, παίρνοντας μαζί του και τη Τζέην. Και το παραμύθι τελειώνει:

Καθώς κοιτάζετε τη Γουέντυ μπορείτε να δείτε τα μαλλιά της ν' ασπρίζουν, και τη μορφή να ξεμακραίνει, γιατί όλα αυτά έγιναν πολύν καιρό πριν. Η Τζέην είναι τώρα μια συνηθισμένη μεγάλη, με μια κόρη που τη λένε Μάργκαρετ· και κάθε φορά που φτάνει η εποχή του ανοιξιάτικου καθαρίσματος, εκτός απ'  όταν ξεχνάει, ο Πήτερ έρχεται για τη Μάργκαρετ και την παίρνει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, όπου αυτή του λέει ιστορίες για τον εαυτό του κι εκείνος τις ακούει πρόθυμα. Όταν η Μάργκαρετ μεγαλώσει θα κάνει μια κόρη, που πρόκειται με τη σειρά της να γίνει μητέρα του Πήτερ· κι έτσι θα γίνεται, όσον καιρό τα παιδιά θα συνεχίζουν να είναι χαρούμενα και αθώα και ανέμελα.

Ο James Matthew Barrie* γεννήθηκε στις 9 Μαίου του 1860 στη Σκωτία. Τον γνωρίζουμε κυρίως από το παραμύθι του Πήτερ Παν, του παιδιού που δεν ήθελε να μεγαλώσει! Άραγε, γι'αυτό αρέσει ο μικρός αυτός σε μικρούς και μεγάλους, στους μικρούς για τις φανταστικές και ονειρεμένες περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ και στους μεγάλους γιατί συμβόλιζε αυτό που κατά βάθος όλοι επιθυμούμε, να μη μεγαλώνουμε, να παραμένουμε παιδιά; Ίσως. 



Για τον Πήτερ Παν όμως έχει γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο και η ψυχαναλύτρια Κάθλην Κέλλυ-Λαινέ (Kathleen Kelley - Lainé), το Πήτερ Παν ή Το θλιμμένο παιδί (εκδ. Άγρα 2005, σε μετάφραση Βάνας Χατζάκη). Η συγγραφέας γεννήθηκε στην Βουδαπέστη, είναι εβραϊκής καταγωγής και ζει στη Γαλλία, ενώ στα παιδικά της χρόνια έζησε ναζιστικές αλλά και σταλινικές διώξεις της οικογένειάς της. Στο βιβλίο της προσπαθεί να αναλύσει μέσα από τον μύθο του Πήτερ Παν την παιδική ηλικία. Ειδικότερα, επιχειρεί να αναλύσει τον πόνο, μέσα από τη δική της ζωή και μέσα από τη ζωή του συγγραφεα του Πήτερ Παν Τζέημς Μπάρι.

Η αφορμή για να γράψει το βιβλίο, όπως σημειώνει η ίδια, ήταν όταν, ετοιμάζοντας μια διάλεξη για την κατάθλιψη, δουλεύοντας πάνω στο "Πένθος και μελαγχολία" του Φρόυντ, άκουσε "ξαφνικά να κλαίει ένα θλιμμένο παιδί." Ήταν σίγουρη ότι ο Πήτερ Παν ήταν ένα θλιμμένο παιδί και ο Μπάρι το επινόησε για να θρηνήσει τη δική του θλιμμένη παιδική ηλικία.

Γράφει στην Εισαγωγή:

Το βιβλίο αυτό μαρτυρεί τα διαφορετικά επίπεδα στα οποία λειτουργεί το ασυνείδητο: η ιστορία του Πήτερ Παν, όπως άλλωστε και το αινιγματικό χαμόγελο της Μόνα Λίζα, είναι προϊόν παιδικού πόνου· του πόνου ενός θλιμμένου παιδιού που αντιστέκεται στην πλήρη κατάρρευση και του οποίου η ζωή και το έργο είναι χτισμένα πάνω σ' αυτή του την ικανότητα να αντιστέκεται... 
Αν επέλεξα να εξερευνήσω τον πόνο του Πήτερ Παν και να ψυχαναλύσω τον James Matthew Barrie, ασυνείδητα η πρόθεσή μου ήταν να επιχειρήσω τη δική μου αναζήτηση της αλήθειας. Καταπώς φαίνεται είναι ευκολότερο να προσεγγίσεις την ιστορία σου μέσα από την ιστορία κάποιου άλλου...

Τρεις ιστορίες στο ίδιο βιβλίο, το παραμύθι του Πήτερ Παν, η βιογραφία του Μπάρι και η αυτοβιογραφική αφήγηση της δικής της παιδικής ηλικίας. Μέσα από τις περιγραφές της, κάνει λόγο για αναβίωση στιγμών της παιδικής ηλικίας, για τις τραγωδίες που επαναλαμβάνονται κι εμείς είμαστε στο μυστυριώδες "ήδη γνωστό". Μιλά για τη Γενεύη όπου καταλήγουν όλοι οι εκπατρισμένοι. Για το Τορόντο και το Παρίσι, όπου τελικά έμεινε. Μιλά για την Ουγγαρία, τον τόπο της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ, το "νησί της καταγωγής" της. Αναζητά τη δικιά της αλήθεια. "Μόνο που έπρεπε να μιλήσω στη μητρική μου γλώσσα, γιατί το κλειδί της Χώρας του Ποτέ-Ποτέ βρίσκεται κρυμμένο στις εσοχές των πρώτων λέξεων".

Πάνε χρόνια που διάβασα το βιβλίο, θυμάμαι όμως τις συγκινητικές αναφορές που κάνει στον πατέρα της και στις τελευταίες του ώρες. Διαβάζω το τέλος:

Η λέξη που μου ήταν αδύνατον να προφέρω ήταν η λέξη "Αντίο", το αντίο στον πατέρα μου. Τη γράφω τώρα στις σελίδες αυτές και δεν τις σκίζω πια, αλλά τις προσφέρω στη μνήμη ενός θλιμμένου παιδιού... -

......................................................

Σημείωση

Για τον Τζέημς Μπάρι και στοιχεία για τον Πήτερ Παν, μπορεί κανείς να διαβάσει (στα αγγλικά) στο ενδιαφέρον άρθρο του Anthony Lane με τίτλο "Lost Boys: Why J. M. Barrie created Peter Pan" (New Yorker, 22/11/2004). Yπάρχει επίσης ο ιστότοπος http://www.jmbarrie.co.uk/ με φωτογραφίες, άλλα τεκμήρια και συζητήσεις για το ίδιο θέμα.