Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

"Μόνο ο αέρας ακουγόταν", της Ευγενίας Μπογιάνου



Το νέο βιβλίο της Ευγενίας Μπογιάνου "Μόνο ο αέρας ακουγόταν" (Μεταίχμιο 2016) είναι μια συλλογή διηγημάτων με πρωταγωνιστές άντρες ή γυναίκες, νέες ή ηλικιωμένες, Ελληνίδες ή αλλοδαπές, όλοι και όλες χαρακτήρες με υπαρξιακές ανησυχίες και αμφιβολίες. Δείχνουν να μην έχουν σχέση μεταξύ τους οι ιστορίες των ηρώων που αφηγείται, πηγαίνουν από το ένα κοινωνικό πρόβλημα στο άλλο, ο καμβάς όμως όλων των ιστοριών είναι μία κατάσταση οριακή, μια κατάσταση στα όρια ή κι έξω από τα όρια του κανονικού. Αν είχα να ξεχωρίσω κάποιες έννοιες που διατρέχουν τις ιστορίες της, θα έλεγα ότι είναι ο χρόνος, η ηλικία, η μνήμη, η απώλεια, η απόρριψη.

Η γλώσσα είναι καλή, χωρίς "λάθη". Δεν είναι όλα τα διηγήματα γραμμένα στο ίδιο ύφος. Ίσως να δοκιμάζει το στυλ που της ταιριάζει, ίσως για να καταλήξει σε ιστορία μεγαλύτερης φόρμας; Σπάνια χρησιμοποιεί διαλόγους, η συγγραφέας αφηγείται και περιγράφει. Χρησιμοποιεί σύντομες φράσεις, ο λόγος της συγκεκομμένος, συχνά σκληρός και τολμηρός, αλλά παράλληλα γεμάτος ευαισθησία και ανθρωπιά. Διαβάζεται εύκολα αλλά όχι ευχάριστα, μεταφέρει τον πόνο ή την αγωνία ή την ανασφάλεια των ηρώων αλλά και της ίδιας. Γιατί νιώθεις σα να βασανίζεται και να συμπάσχει με τους ήρωες και τις ηρωίδες της.

Κάποιοι τίτλοι διηγημάτων μαρτυρούν το περιεχόμενο και, φυσικά, τι απασχολεί τη συγγραφέα, όπως ενδεικτικά: "Στέλλα", "Γιορτή στον καταυλισμό", "Από σκιά σε σκιά", "Άνθρωπος σε κλουβί", "Η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι", "Η ανάκριση".

Το ίδιο μαρτυρούν και οι στίχοι από ποιήματα που παραθέτει. 'Οπως αυτοί της Τζένης Μαστοράκη:

Βουλιάζουμε ολοένα και πιο βαθιά μέσα μας.
Αποκρυπτογραφούμε τους ήχους της απόλυτης σιγαλιάς
και οι κραυγές των χρωμάτων μας πληγώνουν.

ή του Τάκη Σινόπουλου:

Πες μου λοιπόν, τι φως έχουν τα χέρια σου
και σκοτεινιάζουν έτσι εκείνο που
προστάτευα από σένα και κρατούσα
και ήμουν;

Παρατηρεί τους ανθρώπους, μπαίνει στις αθέατες γωνιές του κόσμου τους και περιγράφει με εκπλητική λεπτομέρεια τις ζωές τους και με περισσή ευαισθησία τις αγωνίες τους (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις με ιστορίες προσωπικών υπαρξιακών αγωνιών οι ήρωες μου φαίνονταν υπερβολικοί, ίσως και επηρεασμένη από άλλες που αφορούσαν σοβαρότερα, κατά τη γνώμη μου, κοινωνικά προβλήματα).

Ξεχώρισα το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο της συλλογής "Μόνο ο αέρας ακουγόταν". Είναι η ιστορία της Μαρίας, έτσι τη λένε τώρα, ποιος ξέρει πώς τη βάφτισαν. (Και κάνω τις δικές μου σκέψεις: Όπως η Ντίνα από τη Βουλγαρία που όμως είναι Μπίνκα, άραγε ο Αντώνης από την Αλβανία, η Αγνή από την Πολωνία, η Ελένη από τη Ρωσία πώς βαφτίστηκαν; Ρώτησα ποτέ; Κι αν ρώτησα, μήπως το συγκράτησα;)

Η ιστορία της Μαρίας που παλεύει με νέο όνομα, στον καινούργιο τόπο, στον άγνωστο ουρανό:

"... Είμαι σαράντα χρονών. Σαράντα χρόνια στην πλάτη μου. Σαράντα ασήκωτα χρόνια. Με λένε...

Αλλά δεν έχει σημασία πώς με λένε. Εδώ με φωνάζουν Μαρία. Τους έρχεται πιο εύκολο. Τους αρέσει κιόλας. Τους φέρνει στο μυαλό κάτο μοικείο. Αυτό είναι το όνομά μου, Μαρία...
............
Ξεσκατώνω παιδιά. Άλλ απαιδιά. Ξένα. Τα δικά μου...
Όχι, δεν θα μιλήσω για τα δικά ξμου.
Άλλωστε θα ήταν...
...............
Και οι γέροι. Α ναι, εκτός από παιδιά ξεσκατίζω και γέρους. Τους γέρους τους. Τις μανάδες και τους πατεράδες τους.
Ξεκίνησα αποκει για να 'ρθω εδώ. Δεν ήξερα τι με περίμενε. Αυτό που ήξερα ήταν πως έπρεπε να φύγω αποκεί. Αν μέναμε εκεί δεν... Όμως, αν φεύγαμε, μπορεί και να..."

Άλλο ένα έργο μέσα στην κρίση για την κρίση; Σε μια συζήτηση λέσχης ανάγνωσης πρόσφατα, έγινε συζήτηση αν μπορεί και αν πρέπει αυτό να γίνεται. Γιατί να μην πρέπει και να μην μπορεί, αναρωτήθηκα. Η κρίση, μου απάντησαν, θέλει χρόνο για να την περιγράψεις. Μα η λογοτεχνία, είπα, δεν είναι ιστορία. Ο λογοτέχνης γράφει (και) αυτά (και κυρίως αυτά, θα έλεγα) που βλέπει και νιώθει μπροστά του. Μα αυτή είναι άλλη κρίση, πιο σοβαρή, μου ξαναείπαν.

Και φυσικά δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε σε αυτό. Και φυστικά, δεν είναι μόνο ο Καρκαβίτσας και ο Παπαδιαμάντης και τόσοι άλλοι, που έγραφαν για τις κρίσεις της εποχής που ζούσαν. Και μην ξεχάσουμε παρακαλώ τον "Κύριο Πρόεδρο" του Γεράσιμου Βώκου, ένα όχι ιδιαίτερα σπουδαίο - λογοτεχνικά - έργο, πολύ σημαντικό όμως ως προς την σκιαγράφηση καταστάσεων της εποχής του (γράφτηκε επί Χαριλάου Τρικούπη, όχι ότι δεν είχαμε και τότε κρίση που ... "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" ...) και παρακαλώ αξίζει να το διαβάσετε για να βρείτε κακοδαιμονίες που χρόνισαν στον τόπο μας. (Κλείνει η παρένθεση.)

Η Μπογιάνου γράφει για την κρίση, όχι μόνο για την ελληνική κρίση. Γράφει για την κρίση στην εποχή μας, για τη φτώχεια, τους πολέμους, την προσφυγιά. Και λέει με τα λόγια του Σεφέρη από το Ημερολόγιο καταστρώματος, Β':

"Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου