Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Γιάννης Δούκας: δείγματα ποίησης



Το σύνδρομο Σταντάλ είναι μια παράξενη ψυχοσωματική διαταραχή που παθαίνει ο άνθρωπος όταν εκτίθεται σε έργα τέχνης. Μελετήθηκε από την Ιταλίδα ψυχίατρο Γκρατσιέλα Μαγκερίνι και πήρε το όνομα από τον γνωστό Γάλλο συγγραφέα του 19ου αιώνα, που πάθαινε τέτοιες διαταραχές όταν αντίκρυζε τις τοιχογραφίες της Φλωρεντίας! Νά πώς το περιγράφει ο ίδιος στο ημερολόγιό του:

"... Είχα φτάσει στο σημείο εκείνο της συγκίνησης, όπου οι ουράνιες αισθήσεις, χαρισμένες καθώς είναι από τις καλές τέχνες, συναντούν τα παράφορα συναισθήματα. Βγαίνοντας από τη Σάντρα Κρότσε, μ' έπιασε ταχυπαλμία, αυτό που στο Βερολίνο αποκαλούν νευρική διαταραχή..."

Δεν μπορούσα να φανταστώ ποια μπορεί να είναι η σχέση του συνδρόμου αυτού με την τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Δούκα (απ' όπου και το παραπάνω απόσπασμα και οι πληροφορίες). Κι όμως, δεν θα μπορούσε να έχει πιο ταιριαστό τίτλο (Το σύνδρομο Σταντάλ, εκδόσεις Πόλις 2013). Ο ποιητής γράφει 53 ποιήματα, εμπνευσμένα από αγάλματα που βρίσκονται κύρια στην Αθήνα και στο Λονδίνο αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Πόσες φορές δεν έχουμε βρεθεί μπροστά στα τόσα αγάλματα της Αθήνας και δεν τα γνωρίζουμε. Ο Γιάννης Δούκας μας δίνει μια ευκαιρία να τα γνωρίσουμε και να φανταστούμε μια ιστορία γύρω απ' αυτά. Και φαντάζομαι ένα λεύκωμα με τα ποιήματα όλα και μια φωτογραφία δίπλα με τις πληροφορίες που δίνει στο τέλος του βιβλίου.



Πάντως κι έτσι, το απόλαυσα. Ιδιαίτερη γραφή, όχι εύκολη, δείχνει ένα νέο ποιητή με γνώση, ευαισθησία και βάθος σκέψης. Αντιγράφω εδώ το ποίημα "Ο γεωμέτρης του βυθού", εμπνευσμένο από το έργο Newton (για τον Ισαάκ Νεύτωνα) του Eduardo Paolozzi στην είσοδο του νέου κτιρίου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης στο Λονδίνο .

Σ' αυτό το μυστικό τυπογραφείο
ο ποιητής σαμάνος αναδεύει
τα χρώματα και ψάχνει στα ερέβη
να δώσει μια φωνή: "Μέσα σου δύω,

του κόσμου γνώση, δέντρο του θανάτου".
Κι ο γεωμέτρης του βυθού πνιγμένος,
στο "δεν" του μηδενός κατορθωμένος,
κρατάει τον διαβήτη, τα χαρτιά του,

σαν ψάρι που ο καιρός θ' απολιθώσει
επάνω σε βουνό. Αρμολογείται 
το σώμα φανερά και δεν κινείται,
σκυμμένο στον αυλόγυρο, να νιώσει

το φως που' ναι σβηστό, κι εκεί την ψύξη,
τις πύλες που 'χουν όλες τους ανοίξει.



Η προηγούμενη ποιητική του συλλογή "Στα μέσα σύνορα" (Πόλις, 2011) δείχνει ν' αναμετράται με το παρελθόν και με τις μνήμες,

"Στο πορτμπαγκάζ
Φορτώσαμε τη μνήμη
Μα ξέφυγε στο δάσος
Σαν αγρίμι"


περισσότερο με το παρελθόν και με τις μνήμες όχι της δικής του γενιάς μα των παλαιότερων.



Αντιγράφω το ποίημα "Οι Γέροι της Σιδώνος":

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία


Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν


Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία


Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν


Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν — γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία


Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν


Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν


Περιγράφει εικόνες της καθημερινότητας από "την εποχή του κάτι σαν" (ομώνυμο ποίημα), όπου

"... Εδώ που οι δρόμοι είναι παλιοί
Αλλά η πόλη μας καλεί
Για να εφευρεθεί ξανά
Μέσα από στάχτη και φωτιά
Τούτο το αλωνάκι".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου